Κυκλοφόρησε το πόνημα του Μητροπολίτη Λαγκαδά Ιωάννη που φέρει τον τίτλο «Ο Αυτοκρατορικός και Παλαιός Μητροπολιτικός Ναός της Θεσσαλονίκης. Ι. Ναός των Αρχαγγέλων-Αγ. Γεωργίου Ροτόντα».
Όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση της Μητρόπολης: «Με την παρούσαν εργασίαν υπό τον τίτλον «Ο Αυτοκρατορικός και Παλαιός Μητροπολιτικός Ναός της Θεσσαλονίκης. Ι. Ναός των Αρχαγγέλων-Αγ. Γεωργίου Ροτόντα» επιθυμούμεν να καταδείξωμεν και να υπογραμμίσωμεν την σημασίαν της μοναδικότητος ενός εκ των πλέον σημαντικών χριστιανικών μνημείων του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης, καθώς ο εν θέματι Ιερός Ναός αποτελεί εξαιρετικόν δείγμα τόσον αρχιτεκτονικής όσον και αισθητικής σημασίας που με την επιβλητικήν του όψιν δεσπόζει και αναδεικνύει το ιδιαίτερον πνευματικόν κάλλος και το μεγαλείον που χαρακτηρίζει την ιστορικήν του διαδρομήν, γεγονός το οποίον πέραν των άλλων το κατατάσσει εις τον Κατάλογον των Μνημείων Παγκοσμίου Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Unesco, καθώς προστατεύεται από αυτήν.
Παράλληλα, η παρούσα εργασία σκοπόν έχει να αποδείξη ότι ως προκύπτει εκ της διεθνούς Βιβλιογραφίας διακεκριμένοι επιστήμονες, ημέτεροι και αλλοδαποί, αναφέρονται με συγκεκριμένα ιστορικά τεκμήρια εις το συγκεκριμένον μοναδικόν παλαιοχριστιανικόν μνημείον της πόλεως της Θεσσαλονίκης το οποίον και αποκαλούν με το όνομα της ταυτότητός του, δηλαδή Ιερόν Ναόν Ασωμάτων ή Ιερόν Ναόν Αγίου Γεωργίου, καθώς δεν πρόκειται απλώς περί ενός μνημείου κυκλοτερούς σχήματος (Ροτόντα) αλλά περί του αυτοκρατορικού και παλαιού Μητροπολιτικού Ναού της Θεσσαλονίκης, πράγμα που σημαίνει ότι ως Ναός διατηρεί αναλλοιώτως αφ’ ενός μεν το αμετάκλητον του καθαγιασμού του, αφ’ ετέρου δε προσδιορίζεται κατά τρόπον σαφή και το θέμα που έχει σχέσιν με την χρήσιν του εν λόγω μνημείου η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτήν, την αναφερομένην εις την ιερότητα του σκοπού διά τον οποίον ούτος ανηγέρθη. Άλλωστε, τα 1300 έτη λειτουργικής του χρήσεως ως και τα είκοσι τελευταία αδιακόπτου λατρευτικής ζωής αποτελούν στοιχείον ουσιαστικόν, το οποίον καθιερώνει διεθνώς το δικαίωμα της αποκλειστικής λατρευτικής χρήσεώς του, κάτι που δεν μπορεί να αναιρέση οιαδήποτε Απόφασις Υπουργού ή Πράξις της Διοικήσεως. Τούτο καθίσταται σαφές και απο την υφισταμένην Νομολογίαν του Συμβουλίου της Επικρατείας ως επίσης και εκ των αναλόγων Συνταγματικών Διατάξεων.
Τελευταίως, εγένετο προσπάθεια αποχαρακτηρισμού του μοναδικού τούτου χριστιανικού μνημείου από την ιδιότητά του ως Ιερού Ναού. Ειδικώτερον δε, η απόπειρα μετατροπής του εις χώρον πολυθεάματος ή μουσικού ακροάματος ακόμη και οθωμανικής τεχνοτροπίας αποτελεί πράξιν βεβηλώσεως του χώρου και προκλήσεως του θρησκευτικού αισθήματος των εις Χριστόν πιστευόντων κατοίκων της πόλεως και ου μόνον.
Η δε παραχάραξις της ιστορικής αληθείας βαναύσως παραποιεί την ζώσαν άλήθειαν της ταυτότητος του μνημείου. Ισχύει δε και εν προκειμένω το: «εάν ημείς σιωπήσωμεν, οι λίθοι κεκράξονται» (Λουκ. 19, 40). Και οι λίθοι (οι πλίνθοι της λιθοδομής) φέρουν εγχαράκτους Σταυρούς συμφώνως προς τα Πρακτικά της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Έξωθεν δε του μνημείου υπάρχουν ένθετοι Σταυροί οι οποίοι μαρτυρούν περί του λόγου το αληθές, ως και εις την εσωτερικήν επιφάνειαν της βάσεως εις την θέσιν του συνθρόνου του Ιερού Βήματος.
Συγχρόνως, τα εκ της μελέτης πορίσματα ευελπιστούμεν να προβληματίσουν κάθε αρμόδιον και να ενισχύσουν την αγάπην όλων μας προς το μοναδικόν τούτο μνημείον, το οποίον βαναύσως υπέστη καταστροφάς, κυρίως από τους Οθωμανούς κατακτητάς, οι οποίοι κυρίως εις τα χριστιανικά μνημεία της Θεσσαλονίκης μεγίστας και μόνον καταστροφάς προκάλεσαν.
Η λειτουργική χρήσις ενός Ναού-Μνημείου τον διατηρεί και τον διασώζει και παρατείνει την ζωτικήν του παρουσίαν εις διάρκειαν χρόνου, ως τούτο συμβαίνει με τας Ιεράς Μονάς Αγίου Όρους, Μετεώρων κ.λπ., ενώ αντιθέτως η κατάργησις της λειτουργικής χρήσεως του μνημείου το καταδικάζει εις άφανισμόν. Ο σεβασμός, επομένως, εις έναν καθαγιασμένον μαρτυρικόν τόπον γεννά προς όλους μας μεγίστην την ηθικήν υποχρέωσιν περί της διαφυλάξεως τούτου.
Η παρούσα έκδοσις ευλαβώς αφιερούται εις την Α.Μ. τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμον τον Β’ διά την καθοριστικήν του συμβολήν εις την επάνοδον της λειτουργικής χρήσεως της Ιεράς Μονής Οσίου Λουκά Βοιωτίας, που αποτελεί πρόδρομον γεγονός το οποίον γεννά την προσδοκίαν και ελπίδα διά την επάνοδον όλων των χριστιανικών μνημείων και Ναών εις την λειτουργικήν των χρήσιν.
Την εν λόγω έκδοσιν προσέφερε κατά την διάρκειαν του επισήμου γεύματος, ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ.κ. Άνθιμος εις τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμον τον Β’, κατά την πρόσφατον Αυτού επίσκεψιν εις την Θεόσωστον Επαρχίαν του Λαγκαδά».










