Η περιπλάνηση στους μαχαλάδες και τα σοκάκια της Πόλης είναι το πρωταρχικό και απαραίτητο συστατικό για να την γνωρίσει κανείς.
Ευτυχώς το αντιλήφθηκα από την πρώτη στιγμή και από τότε βάλθηκα να ανακαλύπτω μέσω του ποδαρόδρομου τόσο τα όρια των δικών μου αντοχών, όσο και αυτά των σολών των παπουτσιών μου.
Η Πόλη εκτίμησε τους κόπους μου και στα χρόνια αυτά φρόντισε να μου δείξει τα όσα ανεπανάλυπτα κρατά στην επιφάνειά της αλλά και κάτω από αυτήν. Εικόνες ιδιαίτερες με ιστορικούς θησαυρούς, κρυμμένα μυστικά, επαφή με θρύλους και όλες τις αποχρώσεις από τις επιρροές των πολιτισμών που μαγεύτηκαν από αυτήν.
Και παρότι η Πόλη μεταβάλεται διαρκώς, πιστή στον διαχρονικό της ρόλο ως παγκόσμια μητρόπολη, λαμβάνοντας τα χαρακτηριστικά που επιτάσσει η εποχή μας, υπάρχουν ακόμη διάσπαρτα παντού τα στοιχεία που της προσέδωσαν τον χαρακτηρισμό “Πόλη των Πόλεων”. Σε τούτη την ανάρτηση θέλησα να ασχοληθώ με τα περισσότερο αθέατα απομεινάρια της, τα διάσπαρτα βυζαντινά σπαράγματα, τα οποία βρίσκονται διάσκορπισμένα παντού και συχνά απαιτούν οξυδερκείς ματιές για να γίνουν αντιληπτά.
Αρχίζοντας από το Μίλιον, το σημείο που ξεκινούσαν όλες οι χιλιομετρικές αποστάσεις της Αυτοκρατορίας, το οποίο στις μέρες μας έχει απομείνει ως μία μισογκρεμισμένη κολόνα. Κάποτε εδώ έστεκε μια χρυσή στήλη ενώ στην συνέχεια την συνόδευσε ένα μεγαλοπρεπές κτίσμα. Διαχρονικό σημείο αναφοράς της πρωτεύουσας αφού συνέδεε την Μέση Οδό με την πλατεία του Αυγουσταίου και πιθανόν να αποτελούσε και σημείο εισόδου προς αυτήν.
Χιλιάδες περαστικοί και τουρίστες προσπερνούν καθημερινά το Μίλιον, αγνοώντας το, όπως άλλωστε και την παρουσία του Αυγουσταίου και της Οδού που υπάρχουν ακόμα, έστω και με διαφορετική μορφή.
Λίγες δεκάδες μέτρα μακρύτερα από το Μίλιον βρίσκονταν ο περίφημος ναός της Θεοτόκου των Χαλκοπρατείων. Στην επιφάνεια της γης δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτα, εκτός από μερικά τοιχώματα του ναού που διάσπαρτα βρίσκονται εδώ και εκεί.
Στο προάστιο των Βλαχερνών βρίσκονται εγκατεσπαρμένα δεκάδες κομμάτια από το μεγαλοπρεπές κτιριακό συγκρότημα, στο οποίο οι αυτοκράτορες είχαν επιλέξει να διατηρήσουν την κατοικία τους για σχεδόν 4 αιώνες.
Αντικρίζοντας τέτοιες εικόνες, είναι σαν να χτυπά μέσα μου κόκκινος συναγερμός για ενδελεχή παρατήρηση και δεν διαρκεί πάρα πολύ πριν παρουσιαστούν μπροστά μου μέρη των αυτοκρατορικών ανακτόρων με μερικά σημεία τους σε υπόγεια κατάσταση, όπως η υπόγεια θολωτή διάβαση της φωτογραφίας, σημείο επικοινωνίας του παλατιού με μέρη του Τείχους.
Τέτοιου είδους θολωτά περάσματα συναντά κανείς σε πάρα πολλά σημεία και εντυπωσιάζουν οι εικόνες αφού απρόσμενα τα βυζαντινά κτίσματα αναφύονται από την γή ακόμα και σε αυλόγυρους τζαμιών.
Η ιστορική χερσόνησος είναι ακόμη γεμάτη από κτίρια “βυζαντινής καταγωγής”, τα οποία στέκουν δυσδιάκριτα για αιώνες. Τα περισσότερα από αυτά συνήθως εξωτερικά επιχριόμενα με νέα υλικά, κυρίως για λόγους συντήρησης.
Η κατηγορία με τα περισσότερα αρχιτεκτονικά θραύσματα είναι αυτή των κιονοκράνων και έχω επιλέξει να τα καταγράφω πάντα, τόσο στον φωτογραφικό μου φακό όσο και στην μνήμη μου. Κάτι σαν απογραφή με μόνο τίμημα τα περίεργα βλέμματα ανυποψίαστων και παρακαθημένων.
Η εμπειρία, η όξυνση και ο τρόπος της παρατηρητικότητάς μου επιτρέπουν πλέον να αντικρίζω καθαρά όλα αυτά που η Πόλη ποτέ δεν έκρυψε!
Με έμπειρη και προσεκτική ματιά οι ιδιαιτερότητες είναι ευδιάκριτες και πλησιάζοντας στην σιδερένια πόρτα…ένας βυζαντινός κόσμος αποκαλύπτεται…νοερό ταξίδι στον χρόνο με κτίσματα που έχουν να διηγηθούν πολλά.
Το Ιερόν Παλάτιον υπήρξε ένα από τα εντυπωσιακότερα οικοδομικά έργα της Κωνσταντινούπολης. Χτισμένο αμφιθεατρικά και σε αρκετά επίπεδα, συναρπάζει όποιον θελήσει να το συλλάβει στην σκέψη του. Ορισμένα σημεία του προσφέρονται ακόμα προς παρατήρηση και ενθουσιασμένος παρατηρώ τμήματά του, άλλοτε στην επιφάνεια της γής, άλλοτε κάτω από αυτήν και άλλοτε ημιβυθισμένα σε σπίτια και πίσω αυλές. Δείγμα του αμφιθεατρικού και πολυεπίπεδου τρόπου κατασκευής του.
Δεν είναι μόνο τα μικρά απομεινάρια που συναρπάζουν αλλά και εκείνα που κάποτε εντυπωσίαζαν με τον όγκο τους. Τα ερείπια του ναού που ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Πολύευκτο δείχνουν τον όγκο του μεγαλοπρεπούς οικοδομήματος. Κατασκευασμένος από την αριστοκράτισσα Ιουλία Ανικία, ως πράξη με σαφή πολιτική βαρύτητα αλλά και ως σύμβολο πλούτου και αξίας αφού ξεπερνούσε σε όγκο τον ναό του Σολομώντα. Το έργο αυτό καθώς και η πολιτική αντιζηλία με τον Ιουστινιανό, έδωσαν μεγαλύτερη ώθηση στον Αυτοκράτορα για περαιτέρω μεγαλοπρέπεια και όγκο στην Αγία Σοφία. Ίσως μετά την ολοκλήρωση της Αγίας Σοφίας ο Αυτοκράτορας, εκτός του γνωστού αναφωνητού, να σιγοψιθύρισε και: “Νενίκηκά σε Ανικία”.
Οι κίονες του Αγίου Πολυεύκτου ήταν πρωτοποριακοί και αποτέλεσαν σημείο καμπής στην κατοπινή γλυπτική και αρχιτεκτονική έκφραση.
Παρατηρώντας παντού τα βυζαντινά θραύσματα στα μήκη και τα πλάτη της Πόλης, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως δεν πρόκειται για απολοιφάδια μιας περασμένης εποχής. Είναι το βασικό συστατικό που κάνει τούτο το μέρος τόσο ιδιαίτερο, το γενετικό υλικό της Πόλης που διάσπαρτο παντού… παρατηρεί… δρά… αντιδρά και καθορίζει.
Σε εμάς απομένει απλά να το αντιληφθούμε…
Η ζωή στην Πόλη κυλά και τα βυζαντινά σπαράγματα συνάμα αιώνιοι παρατηρητές και συνοδοιπόροι.




