Ι.Μ.ΚΥΘΗΡΩΝ: Ο Οικουμενισμός «καλπάζει», προχωρεί ακάθεκτος και ισοπεδώνει τα πάντα. Έχει απλώσει παντού τα θανατηφόρα πλοκάμια του και απειλεί θανάσιμα την αγία Ορθοδοξία μας.
Του Αρχιμ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Υψηλόβαθμοι εκκλησιαστικοί άνδρες έχουν στρατευτεί ανοιχτά στην υλοποίηση των δαιμονικών στόχων του. Συμπροσεύχονται με τους αιρετικούς, ωσάν να έχουν απαρνηθεί τις κακοδοξίες τους, και παρά τις απαγορεύσεις των Ιερών Κανόνων. Διαγράφουν με μία μονοκονδυλιά την επί δύο χιλιάδες χρόνια παράδοση της Εκκλησίας μας, η οποία οριοθετεί την σώζουσα αλήθεια από την πλάνη. Έπαψαν να θεωρούν την αίρεση ως οδόν απωλείας και διαδίδουν ότι η σωτηρία δεν είναι μόνον αποκλειστικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά και των αιρέσεων, ακόμη και των θρησκειών του κόσμου! Έφθασαν στο σημείο να αρνούνται ακόμη και αυτονόητα και αναντίρρητα ιστορικά γεγονότα προκειμένου να ανοίξουν το δρόμο προς την «Ένωση των Εκκλησιών».
Το πολυκέφαλο θηρίο αυτής της φοβερής αιρέσεως φαίνεται προς το παρόν να θριαμβεύει, να βρίσκεται στο αποκορύφωμα της δόξης του, αφού κατόρθωσε να λάβει και τη συνοδική νομιμοποίησή του στην ιδιόμορφη Σύνοδο της Κρήτης, (2016). «Τις όμοιος τώ θηρίω; τις δύναται πολεμήσαι μετ’ αυτού;», (Αποκ.13,4), αφού η πλειονότητα των Επισκόπων σήμερα πανορθοδόξως το έχει προσκυνήσει, άλλοι από φόβο και δειλία και άλλοι εκ πεποιθήσεως; Τα ναυάγια περί την Πίστιν Κληρικών, Μοναχών και λαϊκών δεν έχουν τελειωμό και συνεχώς αυξάνουν με γεωμετρική πρόοδο. Ο θεοφώτιστος λόγος του Μεγάλου Βασιλείου φωτογραφίζει τη σημερινή εκκλησιαστική κατάσταση: «Απέψυκται η αγάπη, πορθείται η των Πατέρων διδασκαλία, ναυάγια περί την Πίστιν πυκνά, σιγά των ευσεβούντων τα στόματα…»[1].
Πρόσφατα ήρθαν στο φως της δημοσιότητος νέες δηλώσεις του Οικ. Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, οι οποίες μας εξέπληξαν και παράλληλα μας ελύπησαν βαθύτατα, διότι θέτουν εν αμφιβόλω μεγάλα ιστορικά γεγονότα, τα οποία ουδείς εκκλησιαστικός ιστορικός διενοήθη ποτέ να αμφισβητήσει. Σύμφωνα με δημοσίευμα στο διαδίκτυο, ο Πατριάρχης «κατά τη διάρκεια συνάντησης στην Κωνσταντινούπολη με τον Ελληνοκαθολικό Μελκίτη Πατριάρχη Γρηγόριο Γ’, [12/3/2025],…μίλησε για τη θεωρία ότι δεν υπήρχε πραγματικό σχίσμα μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης το 1054». Κατά τους ισχυρισμούς του «μάλλον, υπήρχαν εντάσεις που ενισχύθηκαν με την πάροδο του χρόνου…. Ωστόσο αυτές οι εντάσεις δεν είναι ανυπέρβλητες»[2].
Ο Πατριάρχης με τις ως άνω δηλώσεις του έρχεται κατ’ αρχήν σε αντίφαση με τον ίδιο τον εαυτό του, διότι αυτές αναιρούν παλαιότερες δηλώσεις του για το ίδιο θέμα. Πιό συγκεκριμένα κατά την «θρονική εορτή» του Φαναρίου στις 30 Νοεμβρίου 2015 στην προσφώνησή του προς τον επικεφαλής της παπικής αντιπροσωπείας καρδινάλιο κ. Kurt Koch, είπε μεταξύ άλλων τα εξής: «…Εκ των διαλόγων τούτων, ο διάλογος της αγάπης ήρξατο διά μιάς εξόχως συμβολικής πράξεως αμφοτέρων των Εκκλησιών, της εν έτει 1965 άρσεως των εκατέρωθεν αναθεμάτων, διά των οποίων, κρίμασιν οίς οίδε Κύριος, αι Εκκλησίαι Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως απεσχίσθησαν αλλήλων κατά το Σχίσμα του 1054 μ.Χ., την απαρχήν ταύτην των θλιβερών γεγονότων, τα οποία επηκολούθησαν εις τας σχέσεις των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως επί χίλια περίπου έτη»[3]. Την ύπαρξη πραγματικού Σχίσματος μεταξύ Ανατολής και Δύσεως δεν αρνήθηκε ούτε ο προκάτοχός του κυρός Αθηναγόρας, ο οποίος σε δήλωσή του τον Αύγουστο του 1971 είπε: «Το ’65 εσηκώσαμεν το σχίσμα, εις την Ρώμην και εδώ, με αντιπροσώπους μας εκεί και αντιπροσώπους εκείθεν εδώ…»[4]. Πέραν αυτών, εφ’ όσον ο Πατριάρχης πιστεύει ότι ουδέποτε υπήρξε Σχίσμα μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού, τότε γιατί άραγε δεν προχωρεί στο κοινό Ποτήριο με τον Πάπα; Γιατί δεν προχωρεί σε αποκατάσταση της πλήρους εκκλησιαστικής κοινωνίας με τον Παπισμό, επισήμως και δημοσίως;
Είναι επίσης εμφανής η προσπάθεια του να παρουσιάσει τα αίτια του Σχίσματος σε άλλους λόγους, μη δογματικούς, σε «εντάσεις», διενέξεις και συγκρούσεις μεταξύ μεμονομένων προσώπων. Όπως θα φανεί με όσα θα παραθέσουμε παρακάτω με άκρα συντομία, τα κύρια αίτια του σχίσματος του 1054 δεν ήταν εξωτερικοί, η προσωπικοί παράγοντες, όπως ισχυρίζονται σήμερα πολλοί οικουμενιστές, αλλά σαφείς, δογματικού χαρακτήρος κακοδοξίες από την πλευρά των παπικών. Ήταν αφ’ ενός μέν το παπικό πρωτείο και αφ’ ετέρου το Filioque. Άς πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Πρώτη και βασική αιτία του σχίσματος υπήρξε, σύμφωνα με μαρτυρίες πλείστων όσων κορυφαίων ιστορικών και θεολόγων, το παπικό πρωτείο, η απαίτηση δηλαδή του Πάπα να έχει την απόλυτη και πλήρη εκκλησιαστική εξουσία εφ’ όλης της παγκοσμίου Εκκλησίας. Ο εν λόγω παποκαισαρισμός της Ρώμης, ο οποίος σύν τώ χρόνω κατέστη δόγμα πίστεως, αποτελεί σήμερα τον θεμέλιο λίθο της ρωμαιοκαθολικής εκκλησιολογίας. Ο Επίσκοπος της Ρώμης, ως διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, θεωρήθηκε ως η κεφαλή της Εκκλησίας, ως ο αντιπρόσωπος και τοποτηρητής του Χριστού επί της γής, (Vicarius Christi), ιστάμενος υπεράνω όλων των Επισκόπων και Προκαθημένων και αυτών ακόμη των Οικουμενικών Συνόδων, δικάζων τους πάντας και αυτός υπ’ ουδενός δικαζόμενος. Αυτή η τραγική διαστροφή της ρωμαιοκαθολικής εκκλησιολογίας εξ αιτίας της μεταβολής του απλού πρωτείου τιμής του Επισκόπου Ρώμης σε πρωτείο εξουσίας, φάνηκε ξεκάθαρα στο πρόσωπο του Πάπα Λέοντος του Θ΄ στα γεγονότα του 1054, που οδήγησαν στο οριστικό Σχίσμα Ανατολής και Δύσεως. Από τα γεγονότα αυτά χάριν συντομίας μνημονεύουμε την επιστολή που έστειλε ο Πάπας προς τον τότε Οικ. Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο, στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, εκάλεσε τον Πατριάρχη να αποδεχθεί τον παπικό μύθο περί του πρωτείου του Αποστόλου Πέτρου, να υιοθετήσει το πλαστό κείμενο της Ψευδοκωνσταντινείου Δωρεάς και να αναγνωρίσει τον Πάπα Ρώμης ως τον ανώτατο αυθέντη όλης της οικουμένης[5]. Μνημονεύουμε επίσης τον λίβελλο τον οποίο κατέθεσε πάνω στην Αγία Τράπεζα του Ναού της του Θεού Σοφίας, (15/7/1054), ο καρδινάλιος Ουμβέρτος εν ώρα Θείας Λειτουργίας, παρόντος του Πατριάρχου, με τον οποίο αναθεματίζετο ο Πατριάρχης και όλοι οι Ορθόδοξοι, οι οποίοι εχαρακτηρίζοντο ως Σιμωνιακοί, Αρειανοί κ.λπ. Με τον λίβελλο αυτό ο Πατριάρχης εκαλείτο να δεχθεί άνευ όρων το παπικό πρωτείο, το Filioque και τις άλλες λατινικές καινοτομίες.
Ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως στην περισπούδαστη μελέτη του περί των αιτίων του Σχίσματος, αναφερόμενος στο μέγα χάσμα μεταξύ της Δυτικής και της Ανατολικής Εκκλησιολογίας γράφει: «Οι Πάπαι απέβησαν ρωμαίοι αυτοκράτορες, η δε ρωμαϊκή Εκκλησία, η αυτοκράτειρα Εκκλησία, η Εκκλησία των Εκκλησιών και ο επίσκοπος Ρώμης επίσκοπος των επισκόπων όλου του κόσμου…Τις αντιστήσεται προς αυτούς; Τις δύναται να ατενίσει προς το ύψος το παπικόν; Τις να αντοφθαλμίσει προς την μεγαλοπρέπειαν αυτών; Η Δύσις άπασα ήδη προσπεσούσα προσεκύνησεν αυτόν, αλλ’ η Ανατολή δεν υποτάσσεται…»[6]. Ο αείμνηστος καθηγητής της Δογματικής του πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννης Καρμίρης, αναφερόμενος στα αίτια του Σχίσματος, γράφει: «Η βαθυτέρα αιτία του θλιβερού εκείνου γεγονότος υπήρξεν ο Παπισμός και ως σύστημα καθ’ όλου και ιδιαιτέρως διά της αποπείρας του προς επέκτασιν και κυριαρχίαν και επί της Ορθοδόξου Ανατολής και επιβολήν επ’ αυτής του παπικού πρωτείου εξουσίας και των λατινικών δογμάτων και παραδόσεων»[7].
Η άλλη βασική αιτία του σχίσματος υπήρξε η αντιβιβλική και αντικανονική προσθήκη του Filioque, στο Σύμβολο της Πίστεως, που συντάχθηκε από την Α΄ και Β΄ Οικουμενική Σύνοδο. Η προσθήκη αυτή έγινε για πρώτη φορά από τον Πάπα Ρώμης Σέργιο τον Δ΄ το 1009 και έκτοτε εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα παρά την ρητή παραγγελία των Οικουμενικών Συνόδων και των Θεοφόρων Πατέρων να παραμείνει άθικτο και αναλλοίωτο το Σύμβολο της Πίστεως. Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος διά του Ζ΄ Ιερού Κανόνος της απαγορεύει ρητά κάθε αλλοίωση του Συμβόλου της Πίστεως, το οποίο έκλεισε και εσφραγίσθη διά παντός από τις δύο πρώτες Οικουμενικές Συνόδους: «Τούτων αναγνωσθέντων ώρισεν η αγία Σύνοδος ετέραν Πίστιν μηδενί εξείναι προσφέρειν, ήγουν συγγράφειν, η συντιθέναι παρά την ορισθείσαν παρά των αγίων Πατέρων των εν τη Νικαέων συναχθέντων πόλει σύν τώ Αγίω Πνεύματι». Επίσης η επί μεγάλου Φωτίου Η΄ Οικουμενική Σύνοδος, το 879, κατά παρόμοιο τρόπο απαγορεύει κάθε αλλοίωση του Συμβόλου της Πίστεως: «Ουδέν αφαιρούντες, ουδέν προστιθέντες…». Σημειωτέον ότι τα Πρακτικά και των δύο παραπάνω Οικουμενικών Συνόδων υπέγραψαν οι αντιπρόσωποι, (λεγάτοι), του Πάπα. Όπως παρατηρεί ο αείμνηστος αρχ. Σ. Μπιλάλης «αντί να αποκηρύξη ο (τότε) Πάπας Λέων ο Θ΄ το ‘βλάσφημον δόγμα’ του Filioque, το εχρησιμοποίησεν ως σημαίαν, διά να καταπολεμήση και αφορίση, διά των απεσταλμένων του ως αιρετικήν την Ανατολικήν Εκκλησίαν, την μη δεχομένη το Filioque…Το 1014 το Filioque προστίθεται εις το Σύμβολον Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως εν τη Ρώμη, τη πιέσει του αυτοκράτορος Γερμανίας Ερρίκου, καί, μετά τεσσαράκοντα μόλις έτη, τώ 1054, οι παραχαράκται του Συμβόλου, του επικυρωθέντος υπό πασών των Οικουμενικών Συνόδων, κατηγορούν ως αιρετικούς τους Ορθοδόξους, διότι απέκοψαν δήθεν εκ του ιερού Συμβόλου το αιρετικόν νεόπλασμα του Filioque»[8]. Ο αείμνηστος καθηγητής της Δογματικής Ιωάννης Καρμίρης χαρακτηρίζει το Filioque ουσιώδη δογματική καινοτομία και κυρίαν αιτίαν του σχίσματος. Γράφει: «Ότε τούτο προσετέθη αντικανονικώς και εν τώ ιερώ Συμβόλω της Πίστεως…η Ορθόδοξος Ανατολή εξηγέρθη μέχρι του βαθμού ώστε το Filioque απέβη το μοιραίον σχισματοποιόν, (μετά του παπικού πρωτείου και άλλων αιτίων), κατά τε την έναρξιν του σχίσματος της Εκκλησίας της Ρώμης κατά τον Θ΄ αιώνα και κατά την ολοκλήρωσιν αυτού κατά τον ΙΑ΄ αιώνα, επί πλέον δε και μετά ταύτα απέβη το μέγα συντηρητικόν και διαιωνιστικόν του σχίσματος στοιχείον…»[9].
Πέραν αυτών εάν, όπως ισχυρίζεται ο Πατριάρχης, ουδέποτε υπήρξε πραγματικό Σχίσμα, αλλά απλώς «εντάσεις», τότε πως εξηγείται η επί 10 αιώνες, καθ’ όλη τη διάρκεια της δευτέρας χιλιετίας καταδίκη του Παπισμού ως αιρέσεως από πλειάδα Ορθοδόξων Οικουμενικών και Ενδημουσών Συνόδων; Ο αείμνηστος αγωνιστής και ομολογητής Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως κυρός Αμβρόσιος σε σχετική του εργασία μνημονεύει ένα κατάλογο Ιερών Συνόδων, που καταδίκασαν τον Παπισμό και τις πλάνες του. Έγραψε: «…Είναι λοιπόν “κατεγνωσμέναι” παρά Συνόδων, η Πατέρων αι αιρετικαί διδασκαλίαι της Δύσεως; Άς ίδωμεν: Η μεγάλη Σύνοδος του 879 εν Κωνσταντινουπόλει, η υπό πολλών θεωρουμένη ως Ογδόη Οικουμενική, δεχθείσα το Σύμβολον άνευ της προσθήκης του Φιλιόκβε, εδογμάτισε: “Πάντες ούτω φρονούμεν, ούτω πιστεύομεν. Τους ετέρως παρά ταύτα φρονούντας, η έτερον όρον αντί τούτου προβαλέσθαι τολμώντας, τώ αναθέματι καθυποβάλλομεν. Εί τις παρά τούτο το ιερόν Σύμβολον τολμήσειεν έτερον αναγράψασθαι η προσθείναι η αφελείν και όρον ονομάσαι αποθρασυνθείη, κατάκριτος και πάσης χριστιανικής ομολογίας απόβλητος… Ιδού, λοιπόν, βαρυτάτη, επισημοτάτη, πανηγυρικωτάτη και σχεδόν Οικουμενικού χαρακτήρος καταδίκη του αιρετικού και βλασφήμου Φιλιόκβε! Ότε ο Πάπας Ρώμης Σέργιος ο Δ΄ εχρησιμοποίησε το Σύμβολον μετά της προσθήκης του Φιλιόκβε (1009), ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος, μετ’ απόφασιν Συνόδου, διέγραψε το όνομα του μνημονευθέντος Ρώμης Σεργίου εκ των διπτύχων της Ανατολικής Εκκλησίας, έκτοτε δε μέχρι σήμερον ουδέν παπικόν όνομα ετέθη εν αυτοίς (Βασ. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, έκδ. α΄, σελ. 344). Τα ονόματα των Προκαθημένων Εκκλησιών δεν διαγράφονται βεβαίως διά “τοπικά έθιμα”, αλλά δι’ αιρέσεις!
Τας Λατινικάς κακοδοξίας κατεδίκασε και η εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος του 1054, οπότε εγένετο και το οριστικόν Σχίσμα, αποκαλέσασα ειδικώς το “Φιλιόκβε”, όχι “τοπικόν έθιμον”, αλλά “βλάσφημον δόγμα” (αυτόθι,σελ.344). Τας Λατινικάς κακοδοξίας κατεδίκασαν και αι με τον Ησυχασμόν ασχοληθείσαι Σύνοδοι του 1341, του 1347 και του 1351.
Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 1440, Σύνοδος εν Ρωσία κατά το 1441, Σύνοδος εν Ιεροσολύμοις κατά το 1443, Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 1450, Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 1484, κατεδίκασαν και απεκήρυξαν την ψευδοσύνοδον της Φλωρεντίας, η οποία είχε δεχθή την “ένωσιν” επί ψευδούς και ασυστάτου βάσεως, ήτοι μη θεωρήσασα ως αιρέσεις τας καινοτομίας της Δύσεως.
Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 1722 καταδικάζει “τής Λατινικής κακοδοξίας και κακοφροσύνης τα δόγματα” και αποφαίνεται ότι οι Λατίνοι δι’ αυτών “εξαπατώσι τους απλουστέρους, ευγάνοντές τους από τα ευσεβή Δόγματα της του Χριστού Εκκλησίας και σύροντες τους αθλίως εις τον βυθόν της απωλείας” (αυτόθι, τομ. Β΄,σελ. 823-824). Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 1727 αποκηρύσσει τας ετεροδιδασκαλίας των Λατίνων, παλαιάς τε και νέας και χαρακτηρίζει ταύτας “λήρον μακρόν και Κολακείας ψυχοβλαβούς εφευρέματα και ηπατημένης διανοίας γεννήματα” (αυτόθι, σελ.867). Σύνοδος εν Κωσταντινουπόλει κατά το 1838 καταδικάζει δριμύτατα τας ετεροδιδασκαλίας του Παπισμού, ως “βλασφημίας κατά της Ευαγγελικής αληθείας”, ως “εωσφορικήν πλάνην”, ως “απομάκρυνσιν από του Θεού και της αμώμου και αδόλου Πίστεως του Ιησού Χριστού” κ.λ.π.(αυτόθι, σελ.896, 902).
Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 1848 καταδικάζει τον Παπισμόν ως αίρεσιν! “Τούτων των πλατυνθεισών, κρίμασιν οίς οίδε Κύριος, επί μέγα μέρος της Οικουμένης αιρέσεων, ην ποτε ο Αρειανισμός, εστί δε την σήμερον και ο Παπισμός”, όν χαρακτηρίζει ως ανατρέποντα πάσας τας Οικουμενικάς Συνόδους διά των πλανών του!(Αυτόθι, σελ.906). Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 1895 καταδικάζει τας ετεροδιδασκαλίας του Παπισμού, ως “φρονήματα υπερφιάλου αλαζονείας”, ως “καινοτομίας αθέσμους και αντιευαγγελικάς”, ως “ουσιώδεις περί την Πίστιν διαφοράς αναγομένας εις τα θεοπαράδοτα της Πίστεως Δόγματα”, ως “αντιευαγγελικάς και παναθέσμους”, ως “σπουδαίας και ουσιώδεις περί την Πίστιν διαφοράς”, της νοθεύσεως των συγγραμμάτων των Εκκλησιαστικών Πατέρων και της παρερμηνείας της τε Αγίας Γραφής και των Όρων των Αγίων Συνόδων”, και επάγεται: “Διό και δικαίως απεκηρύχθη και αποκηρύσσεται, εφ’ όσον αν εμμένη εν τη πλάνη αυτού” (αυτόθι, σελ. 933, 935, 936, 938, 942)»[10].
Από τους αγίους Πατέρας, οι οποίοι σαφέστατα καταδικάζουν τον Παπισμό ως αίρεση, μνημονεύουμε τον άγιο Γρηγόριο, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, τον Παλαμάν, και τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, τον μέγα πρόμαχο της Ορθοδοξίας και αντίπαλο του Παπισμού, αυτόν ο οποίος συνέτριψε κατά κράτος τις παπικές κακοδοξίες και σήκωσε όλο το βάρος της υπερασπίσεως των Ορθοδόξων δογμάτων κατά την διάρκεια των εργασιών της ψευδοσυνόδου Φερράρας – Φλωρεντίας. Σε Επιστολή του, την οποία απηύθυνε προς τους «απανταχού της γής» χριστιανούς, έγραψε: «Εφ’ όσον οι Παπικοί εξακολουθούν να σφάλουν περί την θεολογίαν του Αγίου Πνεύματος, (δηλαδή την κακοδοξία του filioque), εις ο βλασφημήσαι κινδύνων ο χαλεπώτατος, αιρετικοί εισίν άρα και εμείς οι Ορθόδοξοι ως αιρετικούς αυτούς απεκόψαμεν»[11]. Ο Επίσκοπος του Οικ. Πατριαρχείου, Ροδοστόλου κ. Χρυσόστομος σε πρόσφατη εκδοτική του εργασία των Απομνημονευμάτων του Σίλβεστρου Συρόπουλου, (Χρονογράφου και Μ. Εκκλησιάρχου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας), γράφει τα εξής για την μεγάλη προσωπικότητα του αγίου Μάρκου του Ευγενικού: «…διαδηλώ την πεποίθησίν μου ότι ο Εφέσου άγιος Μάρκος Ευγενικός, και μόνος αυτός, ο αφ’ ενός μέν, σθεναρώς και πεπαρρησιασμένως εις επήκοον και κατ’ ενώπιον πάντων τον Λόγον της Αληθείας ορθοτομήσας, τα δέοντα και εικότα δηλονούν διακηρύξας και ούτω ασινή, αβλαβή και ολολαμπή διασώσας την τιμήν και την τελειότητα της Πίστεως της Μόνης και μόνως Ορθοδοξούσης Εκκλησίας ημών, αφ’ ετέρου δέ, και πάλιν μόνος αυτός, την αγερωχίαν του πάπα καταρρακώσας, όλως ματαίαν, προς δέ, κουφοδεστάτην και ‘συναγωγήν πονηρευομένων’, (Ψαλμ.21,17), την ΦερραροΦλωρεντινήν Σύναξιν καταδείξας, επ’ ουδενί θα ηδύνατο να αποφύγη την εκδικητικήν μανίαν του Ευγενίου…»[12].
Παραθέτουμε, τέλος, προς επίρρωσιν της θέσεώς μας περί αποφυγής του κοινού εορτασμού του Αγίου Πάσχα μετά των ετεροδόξων Ρωμαιοκαθολικών και Αγγλικανών, του οποίου την προετοιμασία έσπευσε να διακηρύξη ο Οικουμενικός Πατριάρχης, το κείμενον του διακεκριμένου Κανονολόγου της Εκκλησίας ημών του παρελθόντος αιώνος, μακαριστού Αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου, το οποίον έχει ως εξής: «Η Εκκλησία της Ελλάδος, αν ευρεθή ενώπιον προτάσεως περί κοινού εορτασμού του Πάσχα η οιασδήποτε άλλης εορτής μετά των ετεροδόξων, οφείλει να αρνηθή και συζήτησιν κάν περί του θέματος. Τοιαύτη συζήτησις πρέπει να αποκλεισθή παντί σθένει και πάση θυσία, διότι αποτελεί ανατροπήν εκ των θεμελίων της Ορθοδόξου Δογματικής και ιδία της Εκκλησιολογίας. Η πιστεύομεν ότι είμεθα η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία η δεν πιστεύομεν. Η Ορθόδοξος Εκκλησία πεποιθυία ότι αύτη και μόνη είνε το Σώμα του Χριστού, ο στύλος και το εδραίωμα της Αληθείας, το Ταμείον της Χάριτος, το Εργαστήριον της Σωτηρίας, ενδιαφέρεται μέν ζωηρότατα περί της εις αυτήν επιστροφής των πεπλανημένων, αδιαφορεί όμως τελείως περί των εσωτερικών αυτών ζητημάτων, εν όσω ούτοι μένουν εν τη πλάνη. Η Α´ Οικουμενική Σύνοδος ηθέλησε να θεσπίση κοινόν εορτασμόν, αλλά διά τα μέλη της Εκκλησίας, ουχί διά τους εκτός αυτής ευρισκομένους. Δεν συνεζήτησεν ούτε μετά των Γνωστικών, ούτε μετά των Μαρκιωνιτών, ούτε μετά των Μανιχαίων, ούτε μετά των Μοντανιστών, ούτε μετά των Δονατιστών, ίνα εύρη βάσιν συνεννοήσεως περί κοινών εορτασμών. Και ότε βραδύτερον απεκόπησαν εκ του Σώματος της Εκκλησίας οι Αρειανοί, οι Νεστοριανοί, οι Μονοφυσίται οι Εικονομάχοι κ.λπ. κ.λπ., η Εκκλησία ουδέποτε διενοήθη να προέλθη εις συνεννοήσεις μετ᾽ αυτών προς θέσπισιν κοινού εορτασμού είτε του Πάσχα είτε οιασδήποτε άλλης εορτής. Η Εκκλησία ρυθμίζει τα ζητήματα Αυτής, λαμβάνουσα υπ᾽ όψιν αποκλειστικώς και μόνον το συμφέρον των μελών Αυτής και ουχί τας επιθυμίας των εκτός Αυτής ευρισκομένων. Αν οι εορτασμοί των αιρετικών συμπίπτουν μετά των τοιούτων της Εκκλησίας, άς συμπίπτουν. Αν δεν συμπίπτουν, άς μη συμπίπτουν. Η Εκκλησία δεν συσκέπτεται επί ίσοις όροις μετά των αιρετικών. Διαλέγεται βεβαίως μετ᾽ αυτών, αλλ᾽ ίνα δείξη εις αυτούς την οδόν της επιστροφής. Το να συγκροτώνται ‘Οικουμενικά Συμπόσια’ η άλλου τύπου Συνέδρια μεταξύ των Ορθοδόξων και της πανσπερμίας των αιρετικών και εν αυτοίς να συσκεπτώμεθα περί καθορισμού κοινών εορτασμών, εμμενόντων όμως και των μέν και των δε (Ορθοδόξων και αιρετικών) εν τοις οικείοις Δογματικοίς χώροις, τούτο άγνωστον και αδιανόητον όν εις την ιστορίαν της Εκκλησίας, όζον δε απαισίου θρησκευτικού συγκρητισμού και τείνον εις την καθιέρωσιν της αρμονικής και αδιαταράκτου συνυπάρξεως αληθείας και πλάνης, φωτός και σκότους, μόνον ως ‘σημείον των καιρών’ δύναται να ερμηνευθή»[13].
Κλείνοντας, ευχόμαστε από καρδίας να αναδείξει ο Θεός, στους εσχάτους και αποκαλυπτικούς αυτούς καιρούς που ζούμε, νέους αγίους Μάρκους Ευγενικούς και προμάχους της Ορθοδοξίας, Επισκόπους μιμητές των αγίων Πατέρων, ανταξίους του πνευματικού αναστήματος του αγίου Μάρκου, ποιμένες με ηρωικό, ανδρείο και θυσιαστικό φρόνημα, που θα αγωνιστούν με όλες τους τις δυνάμεις απέναντι στη σύγχρονη φοβερή αίρεση του Οικουμενισμού προς δόξαν της αγίας Ορθοδοξίας μας. Αμήν.
[1]. Μεγ. Βασιλείου, Επιστολή 164, P.G.32,636D-637A
[2].https://spzh.eu/gr/news/85480-Patriarkh-Varfolomey-v-1054-godu-ne-bylo-raskola-Rima-iKonstantinopolya?fbclid=IwY2xjawJLXCxleHRuA2FlbQIxMQABHePrBwyRoddBrRwE-neRL05LFs_K_gJb6S7vL7Tiyivvi8ROXl_XjyvzJw_aem_omR1_QLXPzDUcTyEoprQaQ&sfnsn=mo
[3]. Βλ. δημοσίευμα του Γρ. αιρέσεων και παραθρησκειών της Ι.Μ. Πειραιώς με τίτλο: «Σχόλιο στην αναφορά του Οικ. Πατρ. κ. Βαρθολομαίου προς αιρετικούς παπικούς για την άρση των αναθεμάτων».
[4]. «Ορθόδοξος Τύπος», φ. 176, 15 Δεκεμβρίου 1972, σελ. 4.
[5]. Βλ. Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, «Το πρωτείο του επισκόπου Ρώμης», Αθήναι 1930, σελ. 192.
[6]. Νεκταρίου Πενταπόλεως, «Μελέτη ιστορική περί των αιτίων του Σχίσματος», τόμ. Α΄, Αθήναι 1911, σελ. 199-200.
[7]. Ιω. Καρμίρη «Δύο βυζαντινοί Ιεράρχαι και το σχίσμα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας», Αθήναι 1950, σελ. 48.
[8]. Αρχ. Σ. Μπιλάλη, Η αίρεσις του Filioque, Εκδ. «Ορθ. Τύπου» τόμ. Α΄, Αθήναι 1972, σελ.82
[9]. Ιω. Καρμίρη, «Σύνοψις της Δογματικής διδασκαλίας της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», Αθήναι 1960, σελ. 21, υποσημ. 1.
[10]. https://www.impantokratoros.gr/BD7FE22A.el.aspx
[11]. Μ. Εφέσου, Επιστολή τοις απανταχού της γής(…) Χριστιανοίς, CFDS, Ser. A΄, Τομ.Χ, fascII, σελ.144(29-33).
[12]. Βλ. Σιλβέστρου Συροπούλου, Μ. Εκκλησιάρχου και Δικαιοφύλακος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, «Η Ιστορία της Συνόδου Φερράρας- Φλωρεντίας, Εισαγωγή Αδαμαντίου Διαμαντοπούλου, καθηγητού της εν Σμύρνη Ευαγγελικής Σχολής, Εκδότης ο Ροδοστόλου Χρυσόστομος, Επίσκοπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Άγιον Όρος 2021, σελ. 19.
[13]. https://www.hristospanagia.gr/%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%af-%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bd%ce%bf%e1%bf%a6-%e1%bc%91%ce%bf%cf%81%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%bc%ce%bf%e1%bf%a6-%cf%84%ce%bf%e1%bf%a6-%cf%80%ce%ac%cf%83%cf%87%ce%b1-%ce%bc%ce%b5%cf%84/