Ο Μητρ. Μιλήτου Απόστολος στην ομιλία που έκανε στον εορτασμό της συμπλήρωσεις των 100 ετών από της κοιμήσεως του Αγίου Πρίγκηπος Βλαδιμήρου, ανέφερε μεταξύ άλλων “να αναβαπτισθώμεν εις την πολυτίμητον κοινήν κληρονομίαν του Βυζαντίου, να εργασθώμεν, ως έχομεν χρέος, διά την καρδιοπόθητον ενότητα, να εμφανίσωμεν εις πάντας τον υπέρκαλλον και σωτήριον κόσμον της Μιάς, Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και ούτω να πορευθώμεν αγαλλομένω ποδί και εν αφελότητι καρδίας προς την μετ’ ου πολύ Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον”.
Αναλυτικά η ομιλία του:
Μακαριώτατε Πατριάρχα Μόσχας και Πασών των Ρωσσιών κ.κ. Κύριλλε,
Αγιόλεκτε των Ιεραρχών χορεία,
Τίμιον των Ιερέων συνάθροισμα,
Αγγελοειδή των Μοναζόντων συστήματα,
Χριστοφόρε και πολυτλήμον Λαέ του Κυρίου,
«Άρχοντος γαρ ως αληθώς, μη της ιδίας μόνον σωτηρίας ποιείσθαι φροντίδα, αλλά και τον εμπιστευθέντα λαόν της ίσης αξιούν προνοίας, και εις την αυτήν της θεογνωσίας χειραγωγείν τε και προσκαλείσθαι τελειότητα».
Η αποφθεγματική αύτη και θεολογικωτάτη απόφανσις του εν αγίοις πατρός ημών Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Μεγάλου, εις την περίφημον προς τον Ηγεμόνα των Βουλγάρων Βόριν-Μιχαήλ επιστολήν του, ευρίσκει την καλυτέραν έκφρασιν και εκπλήρωσίν της, μετά ένα περίπου αιώνα, εις το σεβάσμιον πρόσωπον και το δυσπερίγραπτον έργον του σήμερον λαμπρώς εορταζομένου και πανδημεί πανηγυριζομένου αγίου και ισαποστόλου Μεγάλου Πρίγκηπος Βλαδιμήρου του και Βαπτιστού της Ρωσσίας.
Ως επί άλλον Ελδάδ και Μωδάδ, (πρβλ. Αριθ. 11, 26 και εξ.), έπνευσε το Πνεύμα το άγιον εις τον πρώην λατρεύοντα τα ξόανα και τα βρέτη και διάγοντα βίον έκλυτον και άσωτον και υλόφρονα και εσαγήνευσεν αυτόν και ηχμαλώτισεν αυτόν διά του αμφιβλήστρου της Χάριτος και ήλκυσεν αυτόν εκ της ειδωλικής πλάνης εις την θεογνωσίαν και την οδόν την ασφαλεστάτην της Σωτηρίας. «Το πνεύμα όπου θέλει πνεί, και την φωνήν αυτού ακούεις, αλλ’ ουκ οίδας πόθεν έρχεται και που υπάγει· ούτως εστί πας ο γεγεννημένος εκ του Πνεύματος» (Ιωαν. 3, 8), κατά τους θεοφθόγγους δεσποτικούς λόγους. Καί τω όντι έπνευσεν το θειότατον Πνεύμα εις την καρδίαν του ευλογημένου τέκνου της Ρωσσικής γης, του εκγόνου της μακαρίας Ηγεμονίδος Όλγας, της διά του λουτρού της παλλιγενεσίας Ελένης μετονομασθείσης, και ωδήγησεν αυτόν, τον Μέγαν Ηγεμόνα Βλαδίμηρον, εις την αγίαν κολυμβήθραν και μετ’ αυτού σύμπαντα τον Λαόν του εις το σωτηριώδες βάπτισμα και εις τον εγκεντρισμόν της πρώην αγριελαίου εις την καλλιέλαιον, (πρβλ. Ρωμ. 11, 24).
Ως άλλος Φίλιππος (πρβλ. Ιωάν. 1, 44 και εξ.) ο μέγας Πρίγκηψ Βλαδίμηρος δεν αποκρύπτει τον Μεσσίαν, ον ευρήκε, αλλά καλεί τον Ναθαναήλ, δηλονότι τον Λαόν αυτού τον καθήμενον «εν σκότει και σκιά θανάτου» (Ψλμ. 106, 10), και ως όντως ηγήτωρ και αληθής άρχων του Λαού επιμελείται της Σωτηρίας των υπηκόων του. Πεφωτισμένος από τα λεπτάς και θεουργικάς επιπνοίας του Πνεύματος παραδίδει εαυτόν εις το ανεξιχνίαστον της θείας οικονομίας σχέδιον, αλλοιούται όλος τη επενεργεία της Δεξιάς του Υψίστου∙ οχοικός έσω άνθρωπος αποθνήσκει και ο νέος γεννάται εν Χριστώ εκ της κολυμβήθρας της αγίας ημών Εκκλησίας. Αλλά εκ της κολυμβήθρας δεν αναδύεται μόνος ο άγιος πρίγκηψ, συνανιστά μεθ’ εαυτού και το γένος των Ρως και αποδεικνύεται ο μέγας ευεργέτης και βαπτιστής και αναμορφωτής του λαού του.
Το δένδρον το καλόν, το πεφυτευμένον παρά τας διεξόδους των υδάτων (πρβλ. Ψλμ. 1, 3), ήτοι η πρώτη ιεραποστολή εις την Κιεβινήν Ρωσσίαν περί το έτος 860, ένα και πλέον αιώνα προ του Πρίγκηπος Βλαδιμήρου, παρά του αγιωτάτου Πατριάρχου Φωτίου ηυξήθη και εκραταιώθη και εκαρποφόρησε πλουσίως· όμως δεν επαγίωσε την εις Χριστόν πίστιν, εξ αιτίας των ειδωλολατρών ηγεμόνων και της πολεμικής των προς την νέαν πίστιν. Παρά ταύτα ο σπόρος του Ευαγγελίου επέπεσεν επί την γην την καλήν και αγαθήν και δεν εξηράνθη, (πρβλ. Λκ., 8, 8). Ακολούθως, η μεγάλη Ηγεμονίς του Κιέβου η σεβασμία Όλγα, εκ πατρός μάμμη του αγίου Βλαδιμήρου, εβαπτίσθη εις την Κωνσταντινούπολιν εν έτει 957 και εκαλλιέργησε μεγάλως την σχέσιν των κιεβινών ανακτόρων μετά των βυζαντινών, αλλά κυρίως μετέφερε την βυζαντινήν ευσέβειαν εις το κέντρον της ηγεμονίας και εις τα ενδότερα της οικογενείας των ηγεμόνων του Κιέβου, ως η μακαρία εκείνη Αυγούστα Ελένη, η Μήτηρ του Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Συνεπώς, τόσον η επί Φωτίου του Μεγάλου ιεραποστολική προσπάθεια κυρίως και πρωτίστως, όσον και το βάπτισμα της μεγάλης Ηγεμονίδος Όλγας προετοίμασαν και προελείαναν το έδαφος διά την μεταστροφήν του Βλαδιμήρου και διά το ρηξικέλευθον έργον που επετέλεσεν. Ως άλλος Παύλος ο μέγας Ηγεμών αρχικώς στρέφεται εναντίον των Χριστιανών και εξαπολύει διωγμούς και εξανδραποδισμούς και μιαιφονίας, αλλά το απροσμέτρητον και ακαταμάχητον έλεος του Κύριου τον καταδιώκει ανηλεώς. Παραδίδουν οι Χρονογράφοι ότι έκθαμβοι οι γέροντες και σοφοί, οι απεσταλμένοι εκ του Ηγεμόνος Βλαδιμήρου και του ομίλου των βογιάρων ανά την οικουμένην προς αναζήτησιν καταλλήλου θρησκείας διά τον λαόν των Ρως, διηγούνται άμα τη επιστροφή των το ουράνιον μεγαλείον και το υπέρκαλλον και άρρητον κάλλος της Ορθοδόξου λατρείας προς την ενυπόστατον Σοφίαν του Θεού, τον Ένα και Μονογενή Υιόν Αυτού.
Το πλήρωμα του χρόνου επέστη, ο δρόμος προς την κολυμβήθραν ήτο πλέον προ όφθαλμών. Μετά την κατάληψιν της βυζαντινής πόλεως της Χερσώνος ο μέγας Πρίγκηψ δέχεται το άγιον Βάπτισμα εκ της Μητρός Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και εν ταυτώ συνάπτει γάμον μετά της πορφυρογγενήτου πριγκηπίσσης Άννης, αδελφής του Αυτοκράτορος Βασιλείου του Β’ του Βουλγαροκτόνου. Τοιουτοτρόπως, οι δεσμοί μεταξύ των δύο κόσμων καθίστανται ουχί μόνον δεσμοί πνεύματος, αλλά και δεσμοί αίματος. Αναζωσάμενος, λοιπόν, ο άγιος Πρίγκηψ την ρομφαίαν του Πνεύματος και τας σάλπιγγας της Ιεριχούς επανέρχεται εις την μητέρα πασών των ρωσικών πόλεων, το Κίεβον, και διασαλπίζει το κήρυγμα της μετανοίας. Τα είδωλα κατακρημνίζονται και ο λαός καλείται εις την Κιβωτόν της Σωτηρίας διά του λουτρού της παλλιγενεσίας, ήτοι του ιερού Βαπτίσματος, και ομοθυμαδόν ασπάζεται την αγίαν των ορθοδόξων πίστιν.
Αναμφιλέκτως, ο άγιος Πρίγκηψ Βλαδίμηρος ηπήρξεν ουχί μόνον ο εδραιώσας την αγίαν πίστιν του Χριστού εις την ευλογημένην γην της Ρωσσίας, αλλά ταυτοχρόνως ο αναμορφωτής και εκπολιτιστής της Ηγεμονίας του Κιέβου. Δεν θα ήτο υπερβολή, τηρουμένων των αναλογιών και των αποστάσεων, εάν εχαρακτηρίζετο ως άλλος μέγας Κωνσταντίνος του Ρωσσικού έθνους. Αποτελεί εγχείρημα δυσκόλως κατορθούμενον η απλή έστω αποτύπωσις, πολλώ δε μάλλον αποτίμησις, της προσφοράς και του έργου του σήμερον εορταζομένου αγίου και ισαποστόλου Βλαδιμήρου. Ακροθιγώς τε και λίαν επιγραμματικώς θα ημπορούσε να λεχθή ότι η κληρονομία του αγίου Βλαδιμήρου συμποσούται αφ’ ενός μεν εις την μεταφύτευσιν της ευσεβείας και του πολιτισμού της Αυτοκρατορίας εις την Ηγεμονίαν του Κιέβου και αφ’ ετέρου εις την βαθυτάτην αφοσίωσιν και τον υπέρμετρον σεβασμόν εις την Μητέρα Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως. Σεβασμόν και αφοσίωσιν την οποίαν όχι μόνον εδραίωσε και επηύξησεν επί των ημερών του, αλλά και εκληροδότησεν εις τους επιγενομένους.
Η οργάνωσις της αρτιγεννήτου και νεοπαγούς ρωσσικής Εκκλησίας ως εκκλησιαστικής Επαρχίας του Οικουμενικού Θρόνου, αποτελεί την πλέον καταφανή και απτήν απόδειξιν της ως άνω διαπιστώσεως. Η σχέσις αύτη της κανονικής εξαρτήσεως, τεθεμελιωμένη επί του 28ου κανόνος της αγίας Δ’ εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου, αποτελεί το εδραίον και αμετάπτωτον κανονικόν πλαίσιον, που διέπει τας αγαστάς σχέσεις της Μητρός Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως μετά της καλλίστης θυγατρός Εκκλησίας της Ρωσσίας διά τουλάχιστον πέντε αιώνας.
Σημειωθήτω δ’ ενταύθα ότι, κατά τον πρόκριτον των κανονολόγων, Πατριάρχην Αντιοχείας Θεόδωρον Βαλσαμώνα, ο προλεχθείς κανών: «ανατίθησι τω Κωνσταντινουπόλεως και την χειροτονίαν των επισκόπων των εν τοις βαρβαρικοίς έθνεσι, τοις ούσι εν ταίς ρηθείσαις διοικήσεσιν, οίοί εισιν οι Αλανοί και οι Ρώσοι. Οι μεν γαρ τη Ποντική διοικήσει, οι δε Ρώσοι τη Θρακική συμπαράκεινται» .
Γεγονός ιστορικώς μεμαρτυρημένον και αναντίρρητον αποτελεί η ευπείθεια και σεβασμός της Εκκλησίας της Ρωσσίας προς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Άλλωστε, η πλειονότης των Μητροπολιτών έως και της αλώσεως ήτο Βυζαντινοί και επελέγοντο και εχειροτονούντο από την Μητέρα Εκκλησία, με έσχατον τον περιβόητον Ισίδωρον, τον υπογράψαντα την ενωτικήν Σύνοδον Φεράρας-Φλωρεντίας, γεγονός το οποίον εκλόνισεν βαθύτατα την έμπιστοσύνην προς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Ασφαλώς η εν τω μεταξύ επισυμβάσα πτώσις της Αυτοκρατορίας συνετέλεσεν εις την εκ των πραγμάτων ανάληψιν της εσωτερικής της οργανώσεως και της διευθετήσεως των απασχολούντων αυτήν θεμάτων, χωρίς όμως ποτέ να χαλαρώσουν η και να λησμονηθούν οι πνευματικοί δεσμοί της μετά της Μητρός Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Η κανονονική εκχώρησις άλλωστε εις τον Μητροπολίτην Ιώβ και τους διαδόχους αυτού της Πατριαρχικής τιμής και αξίας επιμαρτυροί τους ακαταλύτους αυτούς εκκλησιαστικούς-ιεροκανονικούς δεσμούς.
Η ανύψωσις του Μητροπολίτου Μόσχας εις την Πατριαρχικήν περιωπήν εγένετο κανονικώ δικαιώματι υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιερεμίου του Β΄ τη 23η Ιανουαρίου εν ετει 1589 και επεβεβαιώθη βραχύ τι αργότερον εις την Σύνοδον, η οποία έλαβε χώραν εν τω περιωνύμω Ναώ της Θεοτόκου της Παραμυθίας, της ούτω καλουμένης Βλαχ-Σεράι, διά το είναι αυτήν συμπαρακειμένην ταίς επαύλοις των Μεγάλων Ηγεμόνων της Βλαχίας, εν Κωνσταντινουπόλει. Αναγινώσκομεν εις τα πρακτικά της Συνόδου: «Καί αύθις η μετριότης ημών μετά των Πατριαρχών και μεθ’ όλης της Οικουμενικής Συνόδου ομογνωμόνως και ενούμενοι εν αγίω Πνεύματι γράφομεν και διαδηλούμεν διά του παρόντος Συνοδικού Γράμματος, ότι, πρώτον ομολογούμεν και τελούμεν εν τη βασιλευούση πόλει Μόσχα την εγκαθίδρυσιν και τον διορισμόν του κυρίου Ίώβ Πατριάρχου, ίνα και εις το μέλλον τιμάται και ονομάζηται μεθ’ ημών των Πατριαρχών και έχει την τάξιν εις τας ευχάς μετά τον Ιεροσολύμων, και ίνα ως κεφαλήν και αρχήν έχη αυτός τον Αποστολικόν Θρόνον της του Κωνσταντίνου Πόλεως ως και οι άλλοι Πατριάρχαι» .
Εκ του ανωτέρω αποσπάσματος των συνοδικών πρακτικών εμφαίνεται εναργώς ότι η εκχώρησις της πατριαρχικής τιμής και αξίας εγένετο ενορίως, ενθέσμως και εμπροϋποθέτως και επί τη διαρκή προνοία ότι ο Πατριάρχης Μόσχας «ως κεφαλήν και αρχήν έχη αυτός τον Αποστολικόν Θρόνον της του Κωνσταντίνου Πόλεως ως και οι άλλοι Πατριάρχαι». Αστασίαστον αρχήν την οποίαν επιβαιώνουν πανηγυρικώς και κατά το έτος 1663 «οι τέσσαρες Πατριάρχες της Ανατολής, ήτοι Διονύσιος (Γ’) ο Κωνσταντινουπόλεως, Παίσιος ο Αλεξανδρείας, Μακάριος ο Αντιοχείας και Νεκτάριος ο Ιεροσολύμων εν τω Τόμω, δι’ ου επέλυσαν εικοσιπέντε κεφάλαια ζητημάτων προβληθέντα αυτοίς υπό του κλήρου της Ρωσσικής Εκκλησίας» . Η απόκρισις εν τη Η’ ερωτήσει αποτελεί συμπερίληψιν των ιεροκανονικών ευθυνών του Οικουμενικού Θρόνου, τας οποίας η αγιωτάτη Εκκλησία της Ρωσσίας ανέκαθεν μεγάλως και εσεβάσθη και έως την σήμερον αναμφιβόλως τιμά: «αι υποθέσεις πάσαι των Εκκλησιών εις τον Κωνσταντινουπόλεως Θρόνον αναφέρονται και παρ’ αυτού τας αποφάσεις λαμβάνουσιν, ως τα πρωτεία κατά τους Κανόνας έχοντος της παλαιάς Ρώμης. Ει δε τυχόν συναινούσι και οι λοιποί Πατριάρχαι, ει τυχόν είη μείζων η υπόθεσις, αμετάβλητος έσται η εξενεχθείσα απόφασις» .
Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι και Θεοφιλέστατοι άγιοι Αρχιερείς,
Η περίλαμπρος αύτη εορτή και πανήγυρις του αγίου και ισαποστόλου Μεγάλου Πρίγκηπος Βλαδιμήρου αποτελεί μίαν εξαίρετον αφορμήν διά να αναμνησθώμεν άπαντες των ακαταλύτων αδελφικών δεσμών μεταξύ των δύο Εκκλησιών, να αναβαπτισθώμεν εις την πολυτίμητον κοινήν κληρονομίαν του Βυζαντίου, να εργασθώμεν, ως έχομεν χρέος, διά την καρδιοπόθητον ενότητα, να εμφανίσωμεν εις πάντας τον υπέρκαλλον και σωτήριον κόσμον της Μιάς, Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και ούτω να πορευθώμεν αγαλλομένω ποδί και εν αφελότητι καρδίας προς την μετ’ ου πολύ Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον. Τούτον τον πόθον, το όραμα και την αλήθειαν κομίζομεν ως χαιρετισμόν και εγκάρδιον εν Χριστώ ασπασμόν, τη Υμετέρα γερασμία Μακαριότητι, μετά του Σεβασμιωτάτου αδελφού Μητροπολίτου Αδριανουπόλεως κου Αμφιλοχίου και του Πανοσιολογιωτάτου Μεγάλου Αρχιμανδρίτου κου Βησσαρίωνος εκ της Πρωτευθύνου Καθέδρας της Κωνσταντινουπόλεως και εκ προσώπου του Παναγιωτάτου Αυθέντου και Δεσπότου ημών του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου.
Επί δε τούτοις, συγχαίρομεν τη πολυσεβάστω και πεπνυμένη λίαν ημίν πεφιλημένη Μακαριότητι ευχόμενοι αδελφικώς, από μέσης καρδίας, όπως ο Μέγας και ισαπόστολος άγιος Βλαδίμηρος, ο και Βαπτιστής της Ρωσσίας, κρατύνη και αγαθύνη Αυτήν εις έτη πλείστα. Εις δε τον ευσεβέστατον λαόν της Ρωσσίας ευχόμεθα πλουσίαν την χάριν και το έλεος παρά Θεού διά πρεσβειών του αγίου Βλαδιμήρου. Εν κατακλείδι δε μεταφέρομεν εκ της αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας προς πάντας τας πατρικάς και Πατριαρχικάς ευχάς και δαψιλείς ευλογίας της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου.