ΓΕΝΕΣΙΣ – ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ (1,1-11,32)
(Γενική έννοια της ενότητας)
Το πρώτο αυτό τμήμα της Γενέσεως, τα έντεκα πρώτα κεφάλαιά της, μας μιλούν για την δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, για την πτώση του και τα οδυνηρά αποτελέσματα της αμαρτίας του.
Η απομάκρυνση όμως αυτή του ανθρώπου έκανε τον Θεό να επέμβει για μία νέα δημιουργία: Να εκλέξει ένα λαό, από τον οποίο θα προέλθει ο Μεσσίας, ο Λυτρωτής της ανθρωπότητας. Ενώ λοιπόν το τμήμα αυτό της Γενέσεως μιλάει για την αρχέγονη ιστορία, για την προιστορία του κόσμου, είναι συγχρόνως και μία αναγκαία εισαγωγή στην ιστορία της σωτηρίας της ανθρωπότητας, που αρχίζει με την εκλογή του Αβραάμ (κεφ. 12), ως του γενάρχου του λαού, στον οποίον αποκαλύφθηκε ο Θεός και παρέδωσε τον Νόμο Του. Ο λαός αυτός, για τον οποίο γράφηκε το βιβλίο της Γενέσεως, έπρεπε να μάθει ότι ο Θεός Του με τον Οποίο σύναψε διαθήκη ιερή είναι ο δημιουργός του Σύμπαντος, ότι είναι ο μόνος Θεός. Τα μαθήματα που λαμβάνουμε από τα έντεκα κεφάλαια του πρώτου αυτού τμήματος της Γενέσεως είναι αναγκαία και πολύτιμα για την θεολογία μας, γιατί χωρίς αυτά δεν μπορούμε να νοήσουμε το οικονομικό σχέδιο του Θεού για την σωτηρία μας.
Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ (1,1-6,4)
Η δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου
(1,1-2,4α)
(Προλογικό σημείωμα της περικοπής)
Το να πιστεύσουμε τον Θεό ως Δημιουργό του σύμπαντος είναι βασικό δόγμα, γι᾽ αυτό και η Αγία Γραφή αρχίζει με την δημιουργία του κόσμου (στιχ. 1). Ο κόσμος παρουσιάζεται εδώ ότι δημιουργήθηκε σε έξι ημέρες (στιχ. 3-31), αλλά αυτό λέγεται για την ανθρώπινη αδυναμία μας, για να στοχαστούμε καλύτερα το υπέροχο δημιουργικό έργο του Θεού (Ωριγένης, Αυγουστίνος). Ή, πάλι, η αναφορά της δημιουργίας σε έξι ημέρες γίνεται για να ειπωθεί η ανάπαυση της εβδόμης ημέρας, του Σαββάτου. Στην πραγματικότητα ο κόσμος δημιουργήθηκε αμέσως με την ακαριαία από τον Θεό καταβολή των σπερμάτων του κάθε είδους και την εξέλιξη έπειτα αυτών και την φανέρωσή τους στο είδος τους. Έτσι έχουμε την εμφάνιση όλων των ποικιλιών και μεγεθών του σύμπαντος του κόσμου και της ζωής. Βλ. Γρηγορίου Νύσσης, περί της Εξαημέρου MPG 44,72 AB και Μ. Βασιλείου MPG 29,149C. Σχετικά χωρία βλ. στην μελέτη μας Η δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, Δημητσάνα 2011, σελ. 22-33. – Από όλα τα δημιουργήματα υπερέχει ο άνθρωπος, διότι πλάστηκε «κατ᾽ εικόνα και καθ᾽ ομοίωσιν Θεού» (στιχ. 26). Γενικά λέγουμε ότι με την έκφραση αυτή δηλώνεται η πνευματική φύση του ανθρώπου, η δυνατότητά του να ενωθεί και να ομοιωθεί προς τον Θεό. – Η δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου έγινε όχι βέβαια από την ουσία του Θεού (αυτό είναι η αίρεση του πανθεισμού), αλλά διά των ακτίστων του θείων ενεργειών.
1,1 Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και την γη. 2Η γη ήταν ασχημάτιστη και έρημη και σκοτάδι σκέπαζε την άβυσσο. Το πνεύμα όμως του Θεού εκινείτο επάνω από τα ύδατα.
3Καί είπε ο Θεός: «Να γίνει φως». Καί έγινε φως. 4Καί είδε ο Θεός το φως ότι είναι καλό. Καί χώρισε το φως από το σκοτάδι. 5Το φως ο Θεός το ονόμασε ημέρα και το σκοτάδι το ονόμασε νύχτα. Έτσι έγινε εσπέρα και έγινε πρωί, ημέρα πρώτη.
6Καί είπε ο Θεός: «Να γίνει στερέωμα στο μέσον των υδάτων, για να διαχωρίζει τα ύδατα από τα ύδατα». Καί έγινε έτσι: 7Ο Θεός έκανε το στερέωμα και διαχώρισε τα ύδατα, που ήταν κάτω από το στερέωμα, από τα ύδατα, που ήταν πάνω από το στερέωμα. 8Το στερέωμα ο Θεός το ονόμασε ουρανό• και είδε ο Θεός ότι είναι καλό (το έργο του αυτό). Έτσι έγινε εσπέρα και πρωί, ημέρα δεύτερη.
9Καί είπε ο Θεός: «Να συγκεντρωθούν τα ύδατα, που είναι κάτω από τον ουρανό, σ’ ένα τόπο και να φανεί η ξηρά». Καί έγινε έτσι: Μαζεύτηκαν τα νερά, που είναι κάτω από τον ουρανό, στις συναγωγές τους και φάνηκε η ξηρά. 10Την ξηρά ο Θεός την ονόμασε γη και τις συγκεντρώσεις των υδάτων τις ονόμασε θάλασσες και είδε ότι είναι καλό το έργο αυτό.
11Καί είπε ο Θεός: «Ας βλαστήσει η γη χλωρό χόρτο, που να παράγει σπέρμα κατά το είδος του και κατά την ομοιότητά του και καρποφόρα δέντρα, που να κάνουν καρπό, ο οποίος μέσα του να έχει το σπέρμα κατά το είδος του, στην γη». Καί έγινε έτσι: 12 Η γη βλάστησε χλωρό χόρτο, που παράγει σπέρμα κατά το είδος του και κατά την ομοιότητά του και δέντρα, που παράγουν καρπό, ο οποίος μέσα του έχει το σπέρμα κατά το είδος του, στην γη. 13Καί είδε ο Θεός το έργο αυτό ότι είναι καλό. Έτσι έγινε εσπέρα και πρωί, ημέρα τρίτη.
14Καί είπε ο Θεός: «Να γίνουν φωστήρες στο στερέωμα του ουρανού, για να φωτίζουν την γη και να διαχωρίζουν την ημέρα από την νύχτα• και ακόμα να χρησιμεύουν ως σημάδια στο να καθορίζουν τους καιρούς, τις ημέρες και τα έτη• 15να είναι ως φωστήρες στο στερέωμα του ουρανού για να φέγγουν στην γη». Καί έγινε έτσι: 16Ο Θεός έκανε τους δύο μεγάλους φωστήρες: Τον μεγαλύτερο φωστήρα, για να εξουσιάζει την ημέρα• και τον μικρότερο φωστήρα, για να εξουσιάζει την νύχτα• επίσης δημιούργησε τους αστέρες. 17Καί τους τοποθέτησε ο Θεός στο στερέωμα του ουρανού, για να φέγγουν στην γη 18και να εξουσιάζουν την ημέρα και την νύχτα και να χωρίζουν το φως από το σκοτάδι. Καί είδε ο Θεός ότι είναι καλό το έργο αυτό. 19Έτσι έγινε εσπέρα και έγινε πρωί, ημέρα τέταρτη.
20Καί είπε ο Θεός: «Να βγάλουν τα νερά οργανισμούς που να κολυμπούν και πτηνά, που να πετούν πάνω στην γη, στον ανοιχτό θόλο του ουρανού». Καί έγινε έτσι: 21Ο Θεός δημιούργησε τα κήτη τα μεγάλα και κάθε έμψυχο κινούμενο, που έβγαλαν τα νερά κατά το είδος τους, και κάθε πετεινό πτερωτό κατά το είδος του. Καί είδε ο Θεός ότι είναι καλά. 22Έπειτα τα ευλόγησε και είπε: «Αυξηθείτε και πληθυνθείτε και γεμίστε τα νερά των θαλασσών• και τα πετεινά πληθυνθείτε στην γη». 23Έτσι έγινε εσπέρα και έγινε πρωί, ημέρα πέμπτη.
24Καί είπε ο Θεός: «Να βγάλει η γη έμψυχα ζώα κατά το είδος τους, κτήνη και ερπετά και ζώα της ξηράς κατά το είδος τους». Καί έγινε έτσι: 25Ο Θεός έκανε τα άγρια θηρία της γης κατά το είδος τους και τα κατοικίδια ζώα κατά το είδος τους και κάθε ερπετό της γης κατά το είδος του. Καί είδε ο Θεός ότι είναι καλά.
26Καί είπε ο Θεός: «Ας κάνουμε άνθρωπο κατά την εικόνα μας και κατά την ομοίωσή μας και ας εξουσιάζουν τους ιχθείς της θάλασσας και τα πετεινά του ουρανού, τα κτήνη και όλη την γη και όλα τα ερπετά που έρπουν στην γη».
27 Καί δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο•
τον δημιούργησε κατά την εικόνα του Θεού.
Τούς δημιούργησε άνδρα και γυναίκα.
28Καί τους ευλόγησε ο Θεός λέγοντας: «Αυξηθείτε και πληθυνθείτε και γεμίστε την γη και κυριέψτε αυτή• εξουσιάστε τους ιχθείς της θάλασσας, τα πετεινά του ουρανού, όλα τα κτήνη και όλη την γη• κάθε ζώο που κινείται στην γη». 29Καί είπε ακόμα ο Θεός: «Ιδού, σας έδωσα όλα τα σπερματοφόρα φυτά, που βρίσκονται στην επιφάνεια της γης, και κάθε δέντρο, που έχει μέσα του καρπό με σπόρο• αυτά θα είναι για τροφή σας. 30Γιά όλα τα ζώα της γης και για όλα τα πετεινά του ουρανού και για κάθε ερπετό, που έρπει στην γη και έχει μέσα του ψυχή ζωής, έδωσα όλα τα χλωρά φυτά για τροφή τους». Καί έγινε έτσι. 31Καί είδε ο Θεός όλα όσα έκανε και ήταν όλα πολύ καλά. Έτσι έγινε εσπέρα και πρωί, ημέρα έκτη.
2,1Τελείωσε, λοιπόν, η δημιουργία του ουρανού και της γης και ολοκλήρου του σύμπαντος.α 2Την έκτη ημέραβ τελείωσε ο Θεός το έργο Του που έκανε, την δε εβδόμη ημέρα αναπαύτηκε από όλα τα έργα του, όσα έκανε. 3Καί ευλόγησε ο Θεός την εβδόμη ημέρα και την αγίασε, γιατί σ’ αυτή αναπαύτηκε από όλα τα έργα Του, από όσα έκανε από την αρχή.
4αΑυτή είναι η ιστορία του σύμπαντος, όταν δημιουργήθηκε αυτό.
α. «Ολοκλήρου της στρατιάς τους», λέγει το Εβρ.
β. «Την εβδόμη ημέρα» κατά το Εβρ.
(Σύντομα ερμηνευτικά σχόλια της περικοπής)
1,1-2,4α. Το τμήμα αυτό ανήκει στην ιερατική παράδοση. Η διήγηση περί δημιουργίας εδώ είναι πλέον δυσνόητη και πλέον θεολογική από την ακολουθούσα γιαχβική διήγηση 2,4β-25 και θέλει να δώσει μία λογική και λεπτομερή ταξινόμηση των δημιουργηθέντων όντων. Στην διήγησή μας η δημιουργία είναι αποτέλεσμα του θείου Λόγου (συνεχώς επαναλαμβάνεται το «και είπεν ο Θεός», βλ. Ιωάν. 1,3). Ο συγγραφεύς παριστάνει τις υπάρξεις και την ζωή να προβάλλουν στο λειτουργικό πλαίσιο της εβδομάδος• οκτώ πράξεις συγκεντρώνονται σκοπίμως σε εξ ημέρες για να έλθει η ανάπαυση της εβδόμης ημέρας, η οποία αγιάζει την αποπεράτωση του έργου του Θεού. Τα όντα έρχονται σε ύπαρξη με τον λόγο του Θεού κατά σειράν αξίας μέχρι του ανθρώπου, της εικόνος του Θεού και βασιλέως της δημιουργίας. Το κείμενο χρησιμοποιεί μία γνώση κατανοητή ακόμη και για την παιδική ηλικία. Δεν πρέπει να σοφιζόμεθα να ευρίσκουμε συμφωνίες μεταξύ αυτής εδώ της διηγήσεως και της σημερινής μας επιστήμης• αλλά την διήγησή μας πρέπει να την διαβάζουμε ως ένα κείμενο στο οποίο με την μορφή της εποχής του αποκαλύπτεται μία διδασκαλία αιωνίου αξίας περί του Θεού, ως του μοναδικού, του πέραν και πριν από τον κόσμο και ως του δημιουργού του κόσμου. 1,1. Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην. Μεταφράζουν επίσης τον στιχ.: «Στην αρχή («μπερεσίθ») που ο Θεός εδημιούργησε τον ουρανό και την γη, η γη ήταν…». Οι δύο μεταφράσεις είναι γραμματικώς δυνατές. Η διήγηση δεν αρχίζει παρά με τον στιχ. 2. Ο στιχ. 1 είναι ένας τίτλος στον οποίο ανταποκρίνεται το τέλος του 2,4α. «Ο ουρανός και η γη» είναι το διατεταγμένο σύμπαν, το αποτέλεσμα της δημιουργίας. Αυτή εκφράζεται με το ρήμα («μπαρά») που χρησιμοποιείται για την δημιουργική πράξη του Θεού, για να εκφρασθεί η διαφορά προς την πράξη που γίνεται από άνθρωπο. Η δημιουργία δεν είναι μύθος, αλλά ανήκει στην ιστορία, είναι η πρώτη της αρχή. Αντί της λαικής εκφράσεως «εκ του μηδενός», καλύτερα περί της δημιουργίας είναι να μεταχειριζόμεθα την βιβλική έκφραση «εκ του μη όντος» (βλ. Β´ Μακ. 7,28). 1,2. Αόρατος και ακατασκεύαστος. Στο Εβρ. «θώχου», «βώχου». Τα ουσιαστικά σημαίνουν «ερημία» και «κενότης». Όπως το σκότος, το οποίο εσκέπαζε την άβυσσο, έτσι και οι εκφράσεις θώχου, βώχου, είναι εικόνες, οι οποίες με τον αρνητικό τους χαρακτήρα δίνουν την ιδέα της δημιουργίας εκ του μη όντος. – Πνεύμα Θεού (Εβρ. «ρούαχ Ελωχίμ»). Δεν πρόκειται εδώ για το Πνεύμα του Θεού και του ρόλου του στην δημιουργία. Βλ. και Χρυστοστόμου εις ΕΠΕ 2,54). Η δημιουργία θα είναι το έργο του «λόγου» του Θεού (βλ. στιχ. 3 εξ. «είπεν») ή της «δράσεώς» του (στιχ. 7.16.25.26 «εποίησεν»). 1,4. Διεχώρησεν ο Θεός… Το φως είναι δημιουργία του Θεού, το σκότος δεν είναι• αυτό είναι άρνηση. Η δημιουργία του φωτός αναφέρεται ως πρώτη, γιατί η διαδοχή των ημερών και των νυκτών θα είναι το πλαίσιο στο οποίο θα εκτυλίσσεται το έργο της δημιουργίας. 1,6. Στερέωμα εν μέσω του ύδατος. Ο φαινομενικός «θόλος» του ουρανού ήταν για τους αρχαίους Σημίτες ένας στερεός θόλος, ο οποίος συγκρατούσε τα επάνω ευρισκόμενα νερά• διά μέσω των ανοιγμάτων του θα τρέξουν κρουνηδόν τα ύδατα του κατακλυσμού (7,11). 1,7. Καί εποίησεν ο Θεός. Στην δημιουργία διά του λόγου, «είπεν ο Θεός», προστίθεται η δημιουργία διά πράξεως, «εποίησεν ο Θεός» το στερέωμα, τους αστέρας (στιχ. 16), τα ζώα της ξηράς (στιχ. 25), τον άνθρωπον (στιχ. 26). Ο συγγραφεύς της ιερατικής πηγής συγκεντρώνει έτσι στην πλέον πνευματική έννοιά του περί της δημιουργίας και μία παλαιά παράδοση, παράλληλο με εκείνην της δευτέρας διηγήσεως, 2,4β-25, κατά την οποία ο Θεός «ποιεί» τον ουρανό και την γη, τον άνθρωπο και τα ζώα. 1,9. Εις συναγωγήν μίαν. «Εις ένα τόπον», λέγει καθαρώς το Εβρ. Βλ. και το τέλος του στίχου1,16. Τούς δύο φωστήρας τους μεγάλους. Τα ονόματά τους παραλείπονται επίτηδες. Ο ήλιος και η σελήνη, λατρευόμενοι από όλους τους γειτονικούς λαούς, τίθενται εδώ στο επίπεδο των απλών δημιουργημάτων και παρουσιάζονται ως απλές κρεμαστές λάμπες, που φωτίζουν την γη και καθορίζουν το ημερολόγιο. 1,24. Ερπετά. Αυτά που «έρπουν» (ή «γλιστρούν» στιχ. 21): τα φίδια, οι σαύρες, κ.λπ. 1,26. Ποιήσωμεν. Είπαν ότι ο πληθυντικός «ποιήσωμεν» δύναται να δηλώνει μία διάσκεψη του Θεού με την ουράνια αυλή (τους αγγέλους, βλ. 3,5.22) και ότι η μετάφραση των Ο΄ (ακολουθουμένη από την Βουλγάτα) στον Ψαλμ. 8,6, επαναλαμβανομένη εις Εβρ.
2,7, κατενόησε έτσι το κείμενό μας. Ως καλλίτερο όμως είναι να πούμε ότι αυτός ο πληθυντικός εκφράζει το μεγαλείο και τον εσωτερικό πλούτο του Θεού, του Οποίου το όνομα συνήθως στα Εβραικά είναι σε μορφή πληθυντικού (Ελωχίμ). Έτσι ξεκινάει η ερμηνεία των Πατέρων περί της Αγίας Τριάδος. – Άνθρωπον. Εβρ. «Αδάμ». Όνομα περιληπτικό, γι᾿ αυτό και ο πληθυντικός «αρχέτωσαν». – Κατ᾿ εικόνα και καθ᾿ ομοίωσιν. Είπαν ότι το «καθ᾽ ομοίωσιν» φαίνεται να ελαττώνει την έννοια του «κατ᾽ εικόνα» αποκλείοντας την ισότητα. Ο συγκεκριμένος όρος «εικόνα» υπονοεί μία ομοιότητα, όπως μεταξύ του Αδάμ και των υιών του, 5,3. Οι δύο εκφράσεις αποτελούν πιθανώς το γνωστό φαινόμενο του συνωνυμικού παραλληλισμού. Αυτή η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό τον χωρίζει από τα ζώα. Ο άνθρωπος είναι ένα πρόσωπο με λογικό, θέληση και δύναμη και κυρίως πρόσωπο με την δυνατότητα να ενωθεί με τον Θεό. Η έκφραση προπαρασκευάζει μία υψηλότερη αποκάλυψη: Θέωση διά της θείας Χάριτος. Περί της εννοίας του ανθρώπου ως «κατ᾽ εικόνα» Θεού ο Καθηγητής Βασίλειος Βέλλας λέγει: «Η εν τω ανθρώπω ενυπάρχουσα εικών του Θεού δεν έγκειται μόνον εις την πνευματικήν του ανθρώπου φύσιν και αθανασίαν, ως συνήθως τονίζεται, αλλ᾽ επειδή ο Ισραηλίτης τον Θεόν προσεπάθησε να κατανοήση και πλησιάση ουχί διά της θεωρητικής σκέψεως, αλλά κυρίως διά των ηθικών δυνάμεων, παραστήσας τούτον ως το Ύψιστον ηθικόν ον, το απολύτως άγιον, διά τούτο και το θείον εν τω ανθρώπω στοιχείον έγκειται και εις την συνείδησιν και γνώσιν των ηθικών αξιών αφ᾽ ενός και εις την δυνατότητα και προσπάθειαν αφ᾽ ετέρου της αναπτύξεως των εν τω ανθρώπω τεθειμένων ηθικών αξιών» (Ο άνθρωπος κατά την Παλαιάν Διαθήκην,2 σελ. 8-9). 1,30. Χόρτον χλωρόν. Κατά λέξη «το οποίον κιτρινίζει», όπως το σιτάρι που ωριμάζει. Στον στίχο μας έχουμε εικόνα μιάς, πράγματι, χρυσής εποχής κατά την οποία οι άνθρωποι και τα ζώα ζούσαν ειρηνικά, οι πρώτοι τρεφόμενοι από τους καρπούς των δένδρων και τα δεύτερα βόσκοντα στα φυλλώματα. Στο 9,3, όπως είπαμε, θα εγκαινιασθεί μία νέα εποχή. 2,3. Το Σάββατο (Εβρ. «σαββάθ») είναι ένας θείος θεσμός: ο ίδιος ο Θεός «κατέπαυσε» («σαβάθ») αυτή εδώ την ημέρα. Παρά ταύτα, η λ. «σαββάθ» αποφεύγεται εδώ, γιατί, κατά τον ιερατικό συγγραφέα, το Σάββατο δεν θα επιβληθεί παρά μόνο στο Σινά, όπου θα γίνει το σημείο της διαθήκης, Εξ. 31,12-17. Αλλά από την δημιουργία ο Θεός έδωσε ένα παράδειγμα που ο άνθρωπος πρέπει να μιμηθεί (Εξ. 20,11. 31,17). 2,4α. Βίβλος γενέσεως. Στο Εβρ. «τωλεδώθ», λ. που κυρίως σημαίνει «καταγωγή», έπειτα δε σημαίνει την ιστορία ενός προγόνου και της γενεάς του, βλ. 6,9. 25,19. 37,2. Με την χρησιμοποίηση αυτής της λέξεως εδώ δηλώνεται ότι η δημιουργία δεν είναι μύθος, γιατί είναι η αρχή της ιστορίας και δεν είναι, όπως στους Σουμερίους και τους Αιγυπτίους, μία σειρά θείων γεννήσεων.
Η πλάση της γυναίκας. Ο παράδεισος (2,4β-25)
(Προλογικό σημείωμα της περικοπής)
Η παρούσα περικοπή παρουσιάζεται ως συμπλήρωμα της προηγουμένης διηγήσεως περί δημιουργίας και ομιλεί πάλι για την δημιουργία του ανθρώπου και την πλάση της γυναίκας. Ο Θεός φύσησε στο πρόσωπο του ανθρώπου (στους «ρώθωνας» κατά το Εβραικό) «πνοήν ζωής» και αυτός έγινε ζωντανή ύπαρξη (στιχ. 7)! Αυτή η «πνοή» («νεσαμά») του Θεού έδωσε στον άνθρωπο ψυχή, το «νέφες». Όταν αυτό το «νέφες» αποχωριστεί από την υλική του φύση, από την σάρκα του («μπασάρ»), τότε επέρχεται ο θάνατος σ᾿ αυτόν, όπως το διαβάζουμε καθαρά στον 6,3 στιχ. της Γενέσεως. Βλ. και Ψαλμ. 103,29. – Ο Θεός έπλασε την γυναίκα από την πλευρά του άνδρα Αδάμ (στιχ. 21), πράγμα που δεικνύει ότι αυτή είναι ομότιμος με αυτόν και βοηθός αυτού (στιχ. 20). Την ισοτιμία του ανδρός και της γυναικός την δηλώνει και η κοινή ονομασία τους (στιχ. 23). – Ο Θεός έβαλε τον άνθρωπο στον παράδεισο (στιχ. 8), σ᾽ ένα ξεχωριστό τόπο της γης, όπου «περιπατούσε» Αυτός (3,8). Γιά την τοποθέτηση του παραδείσου λέγουμε γενικά ότι πρέπει να βρισκόταν στην ανατολική περιοχή της Ασίας. Γιά να τελειωθεί ο άνθρωπος και να πετύχει το «καθ᾽ ομοίωσιν», έπρεπε να περάσει από μία άσκηση. Έτσι ο Θεός του έδωσε την εντολή (με την απειλή του θανάτου, αν την παραβεί), να μην φάγει από το «δε¬ντρο της γνώσεως του καλού και του κακού» (στιχ. 17), που βρισκόταν στον παράδεισο (στιχ. 16.17). – Η συμπλήρωση της κοπείσης πλευράς του Αδάμ γίνεται με τον γάμο, όπου και οι δύο, άνδρας και γυναίκα, «έσονται εις σάρκα μίαν» (στιχ. 24). Δεν γνωρίζουμε πως θα ήταν ο γάμος στον παράδεισο, αν δεν αμάρταναν οι πρωτόπλαστοι (κεφ. 3). Θα ήταν πάντως γάμος με πλήρη αγνότητα και χωρίς καμμία σαρκικότητα (στιχ. 25).
2,4βΤην ημέρα κατά την οποία ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και την γη, 5τα φυτά του αγρού δεν υπήρχαν ακόμα στην γη και τα χόρτα του αγρού δεν είχαν ακόμα βλαστήσει, γιατί ο Θεός δεν είχε βρέξει στην γη και δεν υπήρχε άνθρωπος να την εργάζεται. 6Πηγήα όμως ανάβλυζε από την γη και πότιζε όλη την επιφάνειά της. 7Καί έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο από το χώμα της γης και έπειτα φύσηξε στο πρόσωποβ πνοή ζωής και έγινε ο άνθρωπος ζωντανή ύπαρξη.
8Καί ο Θεός φύτεψε έναν παράδεισο προς ανατολάς, στην Εδέμ, και εκεί έβαλε τον άνθρωπο που έπλασε. 9Καί ακόμα έκανε ο Θεός να βλαστήσουν από την γη όλα τα δέντρα, που είναι ευχάριστα στο να τα βλέπει κανείς και καλά για τροφή• και βλάστησε και το δέντρο της ζωής, στο μέσον του παραδείσου, και το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού.
10Ένας ποταμός δε έβγαινε από την Εδέμ για να ποτίζει τον παράδεισο και από ’κεί χωριζόταν σε τέσσερα ποτάμια: 11Το όνομα του πρώτου είναι Φισών• αυτός περικυκλώνει ολόκληρη την χώρα Ευιλάτ, όπου βρίσκεται χρυσός• 12και ο χρυσός της χώρας εκείνης είναι πολύ καλός• εκεί ακόμα βρίσκεται άνθρακας και πράσινος λίθος.γ 13Το όνομα του δευτέρου ποταμού είναι Γεών• αυτός περικυκλώνει την χώρα της Αιθιοπίας. 14Ο τρίτος ποταμός λέγεται Τίγρις•δ αυτός ρέει μπροστά στην Ασσυρία.ε Καί ο τέταρτος ποταμός λέγεται Ευφράτης.
15Καί έλαβε Κύριος ο Θεός τον άνθρωπο που έπλασε και τον τοποθέτησε στον παράδεισο της τρυφής, για να τον εργάζεται και να τον φυλάγει. 16Καί έδωσε εντολή ο Κύριος ο Θεός στον Αδάμ και του είπε: «Από κάθε δέντρο του παραδείσου μπορείς να τρως ελεύθερα• 17από το δέντρο όμως της γνώσης του καλού και του κακού δεν θα φας• γιατί την ημέρα που θα φας απ’ αυτό, οπωσδήποτε θα πεθάνεις».
18Καί είπε Κύριος ο Θεός: «Δεν είναι καλό να είναι μόνος του ο άνθρωπος• ας κάνουμε γι’ αυτόν ένα βοηθό όμοιό του». 19Καί έπλασε ο Θεός ακόμα από την γη όλα τα ζώα του αγρού και τα πτηνά του ουρανού και τα έφερε στον Αδάμ, για να δεί πως θα τα ονομάσει• και όποιο όνομα έδινε ο Αδάμ σε κάθε ζωντανό δημιούργημα, αυτό ήταν το όνομά του. 20Έδωσε ονόματα ο Αδάμ σ’ όλα τα κτήνη και σ’ όλα τα πετεινά του ουρανού και σ’ όλα τα ζώα του αγρού. Στον Αδάμ όμως δεν βρέθηκε βοηθός όμοιος με αυτόν.
21Καί ο Θεός προξένησε βαθύ ύπνο σ’ αυτόν και κοιμήθηκε• και έλαβε μία από τις πλευρές του και έκλεισε με σάρκα τον τόπο της• 22και την πλευρά που έλαβε ο Θεός από τον Αδάμ την έκανε γυναίκα και την έφερε σ’ αυτόν.
23Τότε ο Αδάμ είπε:
«Αυτή τώρα είναι κόκκαλο
από τα κόκκαλά μου
και σάρκα από την σάρκα μου•
αυτή θα ονομαστεί ανδρίδα (γυναίκα),
γιατί βγήκε από τον άνδρα•
24γι’ αυτό θα εγκαταλείψει ο άνθρωπος τον πατέρα του και την μητέρα του και θα προσκολληθεί στην γυναίκα του• και αυτοί θα είναι μία σάρκα.
25 Καί ήταν και οι δύο γυμνοί, και ο Αδάμ και η γυναίκα του, αλλά δεν εντρέποντο.
α. «Ατμός», λέγει το Εβρ.
β. «Στούς ρώθωνας», λέγει το Εβρ.
γ. Το Εβρ. λέγει: «Εκεί είναι το βδέλλιον και ο λίθος ο ονυχίτης».
δ. «Χιντεκέλ», λέγει το Εβρ.
ε. «Προς ανατολάς της Ασσυρίας» (Εβρ.).
(Σύντομα ερμηνευτικά σχόλια της περικοπής)
2,4β-25: Το τμήμα αυτό ανήκει στην γιαχβική πηγή. Η διήγησή μας δεν είναι, όπως το λέγουν συνήθως, μία δεύτερη διήγηση της δημιουργίας, που ακολουθείται από μία διήγηση της πτώσεως, αλλά είναι δύο συνδυαζόμενες διηγήσεις, που χρησιμοποιούν διάφορες παραδόσεις: Μία διήγηση περί της δημιουργίας του ανθρώπου, διάφορη από την δημιουργία του κόσμου και που δεν τελειώνει παρά με την δημιουργία της γυναίκας και την εμφάνιση του πρώτου ανθρωπίνου ζεύγους, 2,4β-8.18-24• και μία διήγηση περί του απολεσθέντος παραδείσου, της πτώσεως και της τιμωρίας, που αρχίζει με το 2,9-17 και συνεχίζει με το 3,1-24. 2,7. Τον άνθρωπον. Ο άνθρωπος (Εβρ. «αδάμ») προέρχεται από το έδαφος, Εβρ. «αδαμά», βλ. 3,19 και 23. Αυτό το συλλογιστικό όνομα θα γίνει εις Γεν. 4,25. 5,1. 3 το κύριο όνομα του πρώτου ανθρώπου, του Αδάμ. – Εις ψυχήν ζώσαν.
Είναι η εβραική λ. «νέφες», η σημαίνουσα την ζώσα ύπαρξη με μία ζωτική αναπνοή (δηλουμένη επίσης με την λέξη «πνεύμα», «ρούαχ», βλ. σχολ. εις 6,17. και Ησ. 11,2), βλ. Ψαλμ. 6,5 σχολ. 2,8. Παράδεισον. Το «κήπος» μεταφράζεται «παράδεισος» στους Ο΄ και μετά σε όλη την παράδοση. – Εδέμ.•Είναι ένα γεωγραφικό όνομα, για το οποίο αποφεύγεται κάθε προσδιορισμός θέσεως και σημαίνει κατ᾿ αρχήν «στέππα». Αλλά οι Ισραηλίτες μετέφρασαν την λέξη, κατά το εβραικό, «ηδονή», ρίζα ῾δν. Η διάκριση μεταξύ της Εδέμ και του κήπου, εκφραζομένη εδώ και στον στιχ. 10, σκιάζεται στην συνέχεια: γίνεται λόγος για «κήπο της Εδέμ» (στιχ. 15. 3,23.24. Στο Ιεζ. 28,13 και 31,9)• Εδέμ είναι ο «κήπος του Θεού» και στο Ησ. 51,3. Εδέμ, ο «κήπος του Γιαχβέ», αντιτίθεται με την έρημο και με την στέππα. Γίνεται πιθανή η συγγένεια της λ. με το ασσυριακό edinu, το οποίο σημαίνει «στέππα». 2,9. Ξύλον της ζωής. Σύμβολο της αθανασίας, βλ. σχολ. εις 3,22. Γιά το «δένδρον της γνώσεως του καλού και του κακού» βλ. σχολ. εις στιχ. 17. 2,10-14. Οι στιχ. είναι μία παρένθεση, αλλ᾿ αυτή η παρένθεση παρενεβλήθη πιθανόν από τον ίδιο τον γιαχβιστή, ο οποίος εχρησιμοποίησε παλαιές γνώσεις για την εξωτερική μορφή της γης. Ο σκοπός του είναι και να εντοπίσει τον κήπο της Εδέμ, αλλά περισσότερον είναι να δείξει ότι οι μεγάλοι ποταμοί, που είναι οι «ζωτικές αρτηρίες» των τεσσάρων περιοχών του κόσμου, έχουν τις πηγές τους στον παράδεισο. Δεν είναι εκπληκτικό το ότι αυτή η γεωγραφία είναι αβεβαία. Ο Τίγρης και ο Ευφράτης είναι οι ονομαστοί ποταμοί και έχουν τις πηγές τους στα όρη της Αρμενίας, αλλά ο Φισών και ο Γεών είναι άγνωστοι. Η Ευιλάτ, κατά το Γεν. 10,29 (Εβρ.), είναι στην Αραβία και «Χούς» σημαίνει αλλού την Αιθιοπία (βλ. τους Ο´), αλλά δεν είναι βέβαιο ότι αυτά τα δύο ονόματα πρέπει να εκληφθούν εδώ στην συνήθη τους έννοια. 2,12. Άνθραξ και ο λίθος ο πράσινος. «Το βδέλλιο και ο λίθος ο ονυχίτης», λέγει το Εβρ. «Βδέλλιο» είναι το αρωματικό ελαστικό κόμμι.
2,17. Από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν… Αυτή η γνώση είναι ένα προνόμιο, το οποίο φυλάσσεται για τον Θεό και το οποίο θα σφετερισθεί ο άνθρωπος με την πτώση (3,5.22). Δεν είναι ούτε η παγγνωσία, που ο πεπτωκώς άνθρωπος δεν κατείχε ποτέ, ούτε η ηθική διάκριση, που είχε ήδη ο αθώος άνθρωπος και που ο Θεός δεν ήταν δυνατόν να αρνηθεί στο λογικό πλάσμα του. Η γνώση αυτή ήταν η ευκολία να αποφασίσει ο άνθρωπος αφ᾿ εαυτού ποιό είναι «καλό», το ωφέλιμο δηλαδή γι᾽ αυτόν, και ποιό είναι «κακό», το μη ωφέλιμο δηλαδή γι᾽ αυτόν, και να πράξει κατά την απόφασή του αυτή• ήταν μία διεκδίκηση της ηθικής του αυτονομίας, με την οποία δύναται να αρνηθεί ο άνθρωπος την δημιουργική του εξάρτηση από τον Θεό (βλ. Ησ. 5,20). Το πρώτο αμάρτημα, λοιπόν, ήταν μία προσβολή στην ανωτάτη κυριαρχία του Θεού, ήταν το αμάρτημα της υπερηφανείας. Αυτή η ανταρσία εκφράζεται συγκεκριμένως με την παράβαση μιάς τεθείσης από τον Θεό εντολής και παριστάνεται με την εικόνα του απηγορευμένου καρπού. – Θανάτω αποθανείσθε. Δηλαδή, «οπωσδήποτε θα πεθάνετε». Η ιδία έκφραση χρησιμοποιείται στους νόμους και τις αποφάσεις που προβλέπουν μία απειλή του θανάτου. Η βρώση του απηγορευμένου καρπού δεν προεκάλεσε ένα ακαριαίο θάνατο• ο Αδάμ και η Εύα έζησαν και μετά την πτώση και η καταδίκη εις 3,16-19 ομιλεί για τον θάνατο ως το τέρμα μιάς οικτράς ζωής. Η αμαρτία συμβολιζομένη με την βρώση του καρπού αξίζει τον θάνατο. Το κείμενο δεν λέγει περισσότερα (βλ. 3,3). 2,18. Η διήγηση της δημιουργίας της γυναικός (στιχ. 18-24) φαίνεται να προέρχεται από μία ανεξάρτητη παράδοση: στον στιχ. 16 η λ. «Αδάμ» σημαίνει τον άνδρα και την γυναίκα, όπως εις το 3,24. Το 3,1-3, που συνεχίζει το 2,17, υποθέτει ότι η εντολή δόθηκε και στον άνδρα και στην γυναίκα.
2,21. Σάρκα. Η σαρξ (Εβρ. «μπασάρ») σημαίνει κατά πρώτον, στο ζώο ή στον άνθρωπο, «το κρέας», τους μυς (41,2-4. Εξ. 4,7. Ιώβ 2,5). Επίσης σημαίνει και ολόκληρο το σώμα (Αριθμ. 8,7. Γ΄ Βασ. 21,27. Δ΄ Βασ. 6,30) και τον οικογενειακό δεσμό (2,23. 29,14. 37,27) και ακόμη ολόκληρη την ανθρωπότητα ή το σύνολο των ζωντανών υπάρξεων («πάσα σαρξ», 6,17.19. Ψαλμ. 136,25. Ησ. 40,5-6). Σημαίνει την ψυχή (βλ. σχόλιο εις 2,7) ή το πνεύμα (βλ. σχόλιο εις 6,17), που ζωογονεί την σάρκα, χωρίς να προστίθεται σ᾿ αυτήν, και την καθιστά ζωντανή ύπαρξη. Συχνά όμως η λ. «σαρξ» υπογραμμίζει το εύθραυστο και το φθαρτό στοιχείο του ανθρώπου (6,3. Ψαλμ. 55,5. Ησ. 40,6. Ιερ. 17,5 και σιγά-σιγά νοείται ως κάποια αντίθεση μεταξύ των δύο στοιχείων του ζώντος ανθρώπου• βλ. Ψαλμ. 77,39. Εκκλ. 12,7. Ησ. 31,3• βλ. επίσης Σοφ. Σολ. 8,19. 9,15 σχολ.). Η εβραική δεν έχει λέξη για να εκφράσει το «σώμα»• η Καινή Διαθήκη θα αναπληρώσει αυτό το κενό χρησιμοποιούσα την λέξη «σώμα» πλησίον της λ. «σαρξ», βλ. σχολ. εις Ρωμ. 7,5 και 7.24. 2,22. Εις γυναίκα. Η αντίστοιχη εβραική λέξη εκφράζει δυνατά την σχέση που συνδέει τον άνδρα και την γυναίκα (στιχ. 23), και που τους ενώνει στον γάμο, στιχ. 24. 2,23. Στο Εβραικό έχουμε ένα λογοπαίγνιο των «ις» (ο άνδρας) και «ισσά» (η γυναίκα) και η Γένεση αγαπά το λογοπαίγνιο αυτό, γιατί εκφράζεται έτσι η ομοιότητα του ανδρός και της γυναικός.
Η πτώση (3,1-24)
(Προλογικό σημείωμα της περικοπής)
Η περικοπή ομιλεί για την πτώση του ανθρώπου. Σε όλο το υπόλοιπο τμήμα της Π.Δ. βλέπουμε τα οδυνηρά αποτελέσματα της πτώσεως αυτής, αλλά και το σχέδιο του Θεού για την ανόρθωση του ανθρώπου. Ο Διάβολος για να απατήσει τους πρωτοπλάστους χρησιμοποίησε ως δόλωμα την θέωση (στιχ. 5), για την οποία είναι πραγματικά πλασμένος ο άνθρωπος. Πρότεινε όμως ο Διάβολος άλλο δρόμο θεώσεως, την παράβαση της εντολής του Θεού (στιχ. 4.5). Γιά την ανόρθωση από την πτώση ο Θεός κάλεσε τους πρωτοπλάστους να μετανοήσουν (στιχ. 9), αλλά αυτοί παρέμειναν αμετανόητοι, ρίπτοντες ο ένας στον άλλο την ευθύνη και τελικά στον Διάβολο (στιχ. 11-13), γι᾽ αυτό και καταδικάστηκαν. Η καταδίκη τους κτύπησε στις πιο ουσιαστικές δραστηριότητές τους, την γυναίκα ως σύζυγο και μητέρα (στιχ. 16) και τον άνδρα ως εργάτη (στιχ. 17-19). – Αποτέλεσμα της πτώσης των πρωτοπλάστων είναι το ότι χάθηκε η ωραία αρμονία τους με τον Θεό και με την κτίση. Στη ψυχή τους ήλθε η εντροπή και ο φόβος (στιχ. 7.8.10). Αλλά και στην υλική κτίση ήλθε ταραχή, γιατί δεν θα δίνει πιά αυτή εύκολα τους καρπούς της για την διατροφή του ανθρώπου (στιχ. 17-19• βλ. και Ρωμ. 8,18 εξ.). Ως τελικό δε αποτέλεσμα της αμαρτίας του ανθρώπου ήλθε ο θάνατος (στιχ. 19). – Με την πτώση του ανθρώπου σαν να φαίνεται νικητής ο Διάβολος, γιατί πέτυχε το τέχνασμά του. Όμως στην περικοπή μας βλέπουμε την καταδίκη του και την εξουθένωσή του, που εκφράζεται με την καταδίκη του φιδιού να σέρνεται και να τρώγει χώμα (στιχ. 14), γιατί έγινε όργανο του Διαβόλου για την πτώση του ανθρώπου. Η τέλεια όμως συντριβή του Διαβόλου θα γίνει στο μέλλον από Κάποιον, που θα γεννηθεί παρθενικά (γι᾽ αυτό και χαρακτηρίζεται μόνο ως «σπέρμα» γυναικός, στιχ. 15), και ο Οποίος με την θεική του δύναμη θα συντρίψει το κεφάλι του φιδιού (στιχ. 15), δηλαδή, θα καταλύσει τα έργα του Διαβόλου (βλ. και Α´ Ιωάν. 3,8). Είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Σωτήρας μας. Η υπόσχεση αυτή του Θεού λέγεται «πρωτο-ευαγγέλιο». Όλη η εποχή της Παλαιάς Διαθήκης εργάζεται για να ευρεθεί η Γυναίκα αυτή, η οποία θα γίνει η Μητέρα του Μεσσίου. Επειδή ο Θεός είναι αδύνατο να συγκατοικεί με ακάθαρτο και να ενωθεί με αυτό (βλ. ομιλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, εις τα Εισόδια της Θεοτόκου), γι᾽ αυτό και αποβάλλεται τώρα ο αμαρτωλός άνθρωπος από τον παράδεισο (στιχ. 22β) και αρχίζει την πτωτική του ζωή σ᾽ αυτή την γη.
3,1 Ο όφις όμως ήταν το ευφυέστερο από όλα τα θηρία της γης, που έπλασε Κύριος ο Θεός. Καί είπε ο όφις στην γυναίκα: «Πραγματικά, σας είπε ο Θεός να μη φάτε από κάθε δένδρο του παραδείσου;» 2Καί η γυναίκα απάντησε στον όφι: «Μπορούμε να φάμε από τους καρπούς των δένδρων του παραδείσου• 3 από τον καρπό όμως του δένδρου, που είναι στο μέσον του παραδείσου, είπε ο Θεός “μη φάτε απ’ αυτόν, ούτε να τον αγγίξετε, γιατί θα πεθάνετε”». 4Καί είπε ο όφις στην γυναίκα: «Καθόλου δεν θα πεθάνετε! 5Αλλά ξέρει ο Θεός ότι την ημέρα, που θα φάτε απ’ αυτόν θα ανοιχτούν τα μάτια σας και θα είστε σαν θεοί, γνωρίζοντες το καλό και το κακό». 6Τότε η γυναίκα κοίταξε το δένδρο και είδε ότι είναι ευχάριστο στην γεύση και ωραίο στην θέα του και ακόμα ότι είναι επιθυμητό, γιατί φαινόταν ότι έδινε γνώση. Καί έκοψε τον καρπό του και τον έφαγε• και ακόμα έδωσε και στον άνδρα της, που ήταν μαζί της, και έφαγαν. 7Τότε άνοιξαν τα μάτια και των δύο και είδαν ότι ήταν γυμνοί• και αφού έρραψαν φύλλα συκιάς έκαναν για τον εαυτό τους περιζώματα.
8Καί άκουσαν την φωνή Κυρίου του Θεού, που περπατούσε στον παράδεισο κατά το δειλινό• και κρύφτηκαν και ο Αδάμ και η γυναίκα του από το πρόσωπο Κυρίου του Θεού μεταξύ των δένδρων του παραδείσου. 9Εκάλεσε δε Κύριος ο Θεός τον Αδάμ και του είπε: «Αδάμ, που είσαι;» 10Καί αυτός απάντησε: «Άκουσα την φωνή σου, όταν περπατούσες στον παράδεισο, και φοβήθηκα, γιατί είμαι γυμνός, και κρύφτηκα». – 11Καί είπε σ’ αυτόν ο Θεός: «Ποιός σού είπε ότι είσαι γυμνός; Μήπως έφαγες από το δένδρο από το οποίο μόνο σε διέταξα να μη φας;». 12Καί είπε ο Αδάμ: «Η γυναίκα, που μου έδωσες να είναι μαζί μου, αυτή μου έδωσε από το δένδρο και έφαγα». 13Καί Κύριος ο Θεός είπε στην γυναίκα: «Γιατί το έκανες αυτό;». Καί η γυναίκα είπε: «Ο όφις με απάτησε και έφαγα».
14Καί είπε Κύριος ο Θεός στον όφι:
«Επειδή έκανες αυτό,
να είσαι το πιο καταραμένο από όλα τα ζώα
και από όλα τα άγρια θηρία της γης•
να σέρνεσαι με το στήθος και την κοιλιά σου
και να τρως χώμα σ’ όλη σου την ζωή.
15Θα στήσω έχθρα μεταξύ σού και της γυναίκας,
μεταξύ του σπέρματός σου και του σπέρματος αυτής.
Αυτός θα σού συντρίψει την κεφαλή
και συ θα του κεντήσεις την πτέρνα του».
16Προς δε την γυναίκα είπε:
«Θα κάνω πολλές τις λύπες σου και τα βάσανά σου•
με κόπους να γεννάς παιδιά•
να είσαι εξαρτημένη από τον άνδρα σου
και αυτός να σε εξουσιάζει».
17Προς δε τον Αδάμ είπε:
«Επειδή υπάκουσες στον λόγο της γυναίκας σου και έφαγες από το δένδρο, από το οποίο μόνο σε διέταξα να μη φας,
καταραμένη να είναι η γη εξ αιτίας σου•
με κόπο να τρως τους καρπούς της
σ’ όλη σου την ζωή•
18αγκάθια και τριβόλια να σού βλαστήσει
και να τρως χορτάρι του αγρού•
19με τον ιδρώτα του προσώπου σου
να τρως το ψωμί σου,
μέχρις ότου να επιστρέψεις στην γη,
από την οποία πλάστηκες,
γιατί χώμα είσαι και στο χώμα θα επιστρέψεις».
20Καί κάλεσε ο Αδάμ το όνομα της γυναίκας του «Ζωή», γιατί αυτή είναι μητέρα όλων των ανθρώπων. 21Έκανε δε Κύριος ο Θεός για τον Αδάμ και για την γυναίκα του δερμάτινους χιτώνες και τους έντυσε. 22Καί είπε ο Θεός: «Ιδού ο Αδάμ έγινε ως ένας από εμάς στο να διακρίνει το καλό και το πονηρό». Καί τώρα, για να μην απλώσει το χέρι του και πάρει από το δέντρο της ζωής και φάει και ζήσει αιώνια• 23γι’ αυτό Κύριος ο Θεός τον έδιωξε από τον παράδεισο της Εδέμ, για να εργάζεται την γη από την οποία πλάστηκε. 24Έδιωξε, λοιπόν, τον Αδάμ και τον έβαλε να κατοικήσει απέναντι από τον παράδεισο της Εδέμ και έταξε τα Χερουβίμ και την φλογίνη ρομφαία την περιστρεφομένη, για να φυλάγουν τον δρόμο προς το ξύλο της ζωής.
(Σύντομα ερμηνευτικά σχόλια της περικοπής)
3,1. Όφις. Εδώ ο όφις εξυπηρετεί ως προσωπείο μιάς υπάρξεως εχθρικής προς τον Θεό και φθονεράς στον άνθρωπο, στην οποία η Σοφ. Σολ. (2,24) και η Καινή Διαθήκη έπειτα (Ιωάν. 8,44. Απ. 12,9. 20,2) και όλη η χριστιανική παράδοση αναγνώρισαν τον εχθρό Διάβολο, βλ. Ιώβ 1,6 σχολ. – Ην φρονιμώτατος. Εδώ γίνεται από τον συγγραφέα ένας παραλληλισμός μεταξύ των λέξεων «αρουμμίμ» (γυμνοί) του στιχ. 2,25 και του «αρούμ» (ευφυής, πανούργος) του στιχ. 3,1. 3,7. Η έγερση της φιληδονίας, πρώτη εκδήλωση της αταξίας που εισήγαγε η αμαρτία στην αρμονία της δημιουργίας. 3,14. Από τον στιχ. θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι πριν από την αμαρτία οι όφεις είχαν πόδια. 3,15. Αναγγέλλων ο στίχος μας μία εχθρότητα μεταξύ της γενεάς του όφεως και της γενεάς της γυναικός, φέρει σε αντίθεση τον άνθρωπο με τον διάβολο και την γενεά του και αφήνει να δούμε την τελική νίκη του ανθρώπου. Αυτό είναι το πρώτο φέγγος περί της σωτηρίας, το «Πρωτο – ευαγγέλιον». Η μετάφραση των Ο΄ αρχίζουσα την τελευταία φράση με μία αντωνυμία αρσενικού γένους αποδίδει αυτή την νίκη όχι στην γενεά της γυναικός γενικά, αλλά εις Ένα, το «Σπέρμα» της γυναικός• έτσι, όπως ερμηνεύουν πολλοί Πατέρες, στον στίχο μας εδώ έχουμε την πρώτη μεσσιακή προφητεία. Μαζί δε με τον Μεσσία υποδηλώνεται και η Μητέρα του, και μάλιστα η παρθενική γέννηση εξ αυτής του Μεσσίου, γιατί ο φυσικώς γεννώμενος άνθρωπος είναι σπέρμα ανδρός και όχι γυναικός, όπως λέγεται περί του Μεσσίου εδώ. 3,16. Η καταδίκη εκτύπησε τους ενόχους στις ουσιαστικές δραστηριότητές τους: την γυναίκα ως μητέρα και σύζυγο, τον άνδρα ως εργάτη. Η αμαρτία διετάραξε την τάξη, την οποία θέλησε ο Θεός: αντί η γυναίκα να είναι σύντροφος του ανδρός και όμοιός του (βλ. 2,18-24), έγινε γι᾿ αυτόν εκείνη που τον παρεπλάνησε και τον υπέταξε• αντί ο άνδρας να είναι ο κηπουρός του Θεού στην Εδέμ, τώρα θα αγωνίζεται με ένα έδαφος που του έγινε εχθρικό. Το μέγα όμως κακό θα είναι η απώλεια της οικειότητας με τον Θεό (στιχ. 23). Αυτές είναι οι κληρονομικές ποινές. Γιά να εξαχθεί η διδασκαλία περί του προπατορικού αμαρτήματος, θα πρέπει να περιμένουμε τον απόστολο Παύλο να θέσει εκ παραλλήλου την ενότητα όλων στον Σωτήρα Χριστό και την ενότητα όλων στον αμαρτωλό Αδάμ, Ρωμ. κεφ. 5. 3,20. Ζωή. «Εύα» (Εβρ. «Χαββά»), λέγει το Εβρ. το όνομα της γυναίκας. Το όνομα ερμηνεύεται από την ρίζα «χαγιά», που σημαίνει «ζω». 3,22. Τού γινώσκειν καλόν και πονηρόν. Ο αμαρτωλός άνθρωπος εγείρεται ως κριτής του καλού και του κακού (βλ. σχολ. εις 2,17), πράγμα που είναι προνόμιο του Θεού. – Ξύλον της ζωής. Το δένδρο της ζωής προέρχεται από μία παράλληλη παράδοση προς την παράδοση του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού. Ο άνθρωπος είναι θνητός εκ φύσεως, βλ. στιχ. 19, αλλά επιθυμεί την αθανασία, η οποία τελικά θα του παραχωρηθεί. Ο χαμένος ένεκα της αμαρτίας του ανθρώπου παράδεισος είναι εικόνα του παραδείσου, τον οποίον θα αποκτήσουμε πάλι με την Χάρη του Θεού. 3,24. Χερουβίμ. Δάνειο από βαβυλωνιακές εικόνες. Βλ. σχολ. εις Εξ. 25,18.
Κάιν και Άβελ (4,1-16)
(Προλογικό σημείωμα της περικοπής)
Αρχίζει η ζωή του ανθρώπου έξω από τον παράδεισο. Η ανθρωπότητα χωρίζεται τώρα σε δύο γενεές, την κακή γενεά, με αρχηγό τον Κάιν, και την καλή γενεά, με αρχηγό τον Άβελ (στιχ. 1.2). Η διαφορά των δύο υιών φάνηκε στην προσφορά της θυσίας τους. Ο Θεός επέβλεψε στην θυσία του Άβελ, γιατί προσ¬φερε από τα καλύτερα των προβάτων του, και δεν επέβλεψε στην προσφορά του Κάιν, γιατί δεν ήταν καλή (στιχ. 3-5).
Αυτό μελαγχόλησε τον Κάιν (στιχ. 5β) ο οποίος, αν και επενέβη ο Θεός για να τον καθησυχάσει (στιχ. 6-7), όμως αυτός φόνευσε τον αδελφό του τον Άβελ (στιχ. 8). Είναι ο πρώτος θάνατος. Η αμαρτία, όπως αποξένωσε τον άνθρωπο από τον Θεό, τον αποξένωσε και από τον συνάνθρωπό του. Καί πάλι εδώ, όπως στην περίπτωση των πρωτοπλάστων (βλ. 3,9-13), επεμβαίνει ο Θεός και καλεί σε μετάνοια τον αμαρτωλό Κάιν, αλλά αυτός παραμένει ασυναίσθητος και αμετανόητος (στιχ. 9). Γι᾽ αυτό και του έρχεται ως τιμωρία του η ταραχή και ο στεναγμός (στιχ. 12) και η εξορία του από «το πρόσωπο της γης», δηλαδή, την Χαναάν, και άρα και από «το πρόσωπον του Κυρίου» (στιχ. 14), του Οποίου ως χώρα εννοείται η Χαναάν. Ο Κάιν θα είναι πλανώμενος (εβρ. «ναδ»), γι᾽ αυτό και η χώρα στην οποία κατοίκησε λέγεται «Ναίδ» (στιχ. 16). Ο Θεός όμως από αγάπη έβαλε «σημείο» προστασίας στον Κάιν (στιχ. 15).
4,1Ο Αδάμ συνευρέθηκε με την γυναίκα του Εύα• αυτή δε συνέλαβε και έτεκε τον Κάιν και είπε: «Απέκτησα άνθρωπο διά του Θεού».α 2Αργότερα έτεκε τον αδελφό του, τον Άβελ. Έγινε δε ο Άβελ ποιμένας των προβάτων και ο Κάιν έγινε γεωργός. 3Μετά από καιρό πρόσφερε ο Κάιν θυσία στον Κύριο από τους καρπούς της γης• 4και ο Άβελ πρόσφερε και αυτός από τα πρωτότοκα των προβάτων του και μάλιστα πρόσφερε τα παχειά μέρη απ᾽ αυτά. Ο δε Θεός επέβλεψε ευνοικά στον Άβελ και στην προσφορά του. 5Στον Κάιν όμως και στις θυσίες του δεν επέβλεψε ευνοικά. Γι᾽ αυτό οργίστηκε ο Κάιν και έγινε κατηφής. 6Καί είπε ο Κύριος ο Θεός στον Κάιν: «Γιατί οργίστηκες και γιατί είσαι κατηφής; 7Δεν αμαρτάνεις, αν προσφέρεις μεν την θυσία σου, δεν την προσφέρεις όμως καλά;Ησύχασε! Σε σένα θα είναι το καταφύγιο αυτού (του Άβελ) και εσύ θα τον εξουσιάζεις».β 8Καί είπε ο Κάιν προς τον Άβελ τον αδελφό του: «Πάμε πέρα στην πεδιάδα». Καί ενώ αυτοί ήταν στην πεδιάδα, επετέθηκε ο Κάιν κατά του Άβελ του αδελφού του και τον φόνευσε.
9Καί είπε ο Κύριος ο Θεός στον Κάιν: «Πού είναι ο Άβελ ο αδελφός σου;». Καί αυτός απάντησε: «Δεν γνωρίζω• μήπως εγώ είμαι φύλακας του αδελφού μου;». 10Τότε ο Κύριος του είπε: «Τι έκανες; Η φωνή του αίματος του αδελφού σου κράζει σε μένα από την γη». 11Καί τώρα να είσαι καταραμένος από την γη, που άνοιξε το στόμα της, για να δεχθεί το αίμα του αδελφού σου από το χέρι σου. 12Όταν εργάζεσαι την γη, δεν θα σού δίνει τον καρπό της• στενάζοντας και τρέμοντας θα ζείς στην γη».γ 13Καί ο Κάιν είπε στον Κύριο τον Θεό: «Η αμαρτία μου είναι πολύ μεγάλη, ώστε να μη μπορεί να συγχωρεθεί».δ 14Αν με διώξεις σήμερα από εδώ και απομακρυνθώ από Εσένα, για να ζω στενάζοντας και τρέμοντας στην γη, τότε όποιος με συναντήσει θα με σκοτώσει». 15«Δεν θα γίνει έτσι», είπε σ᾽ αυτόν ο Κύριος ο Θεός• «όποιος φονεύσει τον Κάιν, θα λάβει επταπλάσια εκδίκηση». Καί έβαλε ο Κύριος ο Θεός σημείο στον Κάιν, για να μην τον φονεύσει όποιος τον συναντήσει. 16Έτσι έφυγε ο Κάιν από την παρουσία του Θεού και κατοίκησε στην χώρα Ναίδ, απέναντι από την Εδέμ.
α. Το Εβραικό κείμενο μπορεί να αποδοθεί: «Απέκτησα άνθρωπον ακόμη και τον Θεόν»!
β. Διορθούμενος ο στίχος ελαφρά στα Εβρ. διαβάζεται: «Αν έπραττες καλά, δεν θα γινόσουν δεκτός; Αν όμως δεν πράττεις το καλό, η αμαρτία ενεδρεύει στην πόρτα και η επιθυμία της στρέφεται σε σένα• εσύ όμως πρέπει να την εξουσιάσεις».
γ. «Περιπλανώμενος και φυγάς θα είσαι επί της γης», κατά το Εβρ.
δ. Στο Εβρ. ο στιχ. διαβάζεται: «Η τιμωρία μου είναι πολύ μεγάλη, ώστε να βασταχθεί».
(Σύντομα ερμηνευτικά σχόλια της περικοπής)
4,1-16. Η διήγηση αυτή, η οποία υποθέτει ένα αναπτυχθέντα πολιτισμό (στιχ. 2), μία θεσπισθείσα λατρεία (στιχ. 3 εξ.), άλλους ανθρώπους, οι οποίοι μπορούν να φονεύσουν τον Κάιν (στιχ. 14) και μία φυλή που δύναται να τον προστατεύσει (στιχ. 15), θα μπορούσε να αναφερθεί κατ᾽ αρχάς όχι στα παιδιά του πρώτου ανθρώπου, αλλά στον επώνυμο πρόγονο των Κενιτών (βλ. σχολ. εις Αριθμ. 24,21). Αναφερομένη όμως η διήγηση αυτή από την γιαχβική παράδοση στις αρχές της ανθρωπότητος, δίνει ένα σπουδαίο μάθημα: Μετά την επανάσταση του ανθρώπου κατά του Θεού έχομε τον ανταγωνισμό του ανθρώπου προς τον άνθρωπο, στον οποίον ανταγωνισμό αντιτίθεται η διπλή εντολή που συνοψίζει τον Νόμο, δηλαδή, η αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον (βλ. Ματθ. 22,40). 4,1. Εκτησάμην άνθρωπον. Αγαλλίαση της πρώτης γυναίκας, η οποία έγινε μητέρα ενός ανθρώπου. Ένα λογοπαίγνιο συνδέει το όνομα Κάιν (Εβρ. «Κάγιν») με το ρήμα «κανά», αποκτώ. 4,5α. Εδώ έχουμε την πρώτη εμφάνιση του θέματος της προτιμήσεως του δευτεροτόκου αδελφού έναντι του πρώτου, με την οποία εκδηλώνεται η ελεύθερη εκλογή του Θεού, η περιφρόνησή του στα επίγεια μεγαλεία και η μεγάλη του αγάπη προς τους ταπεινούς• αυτό το θέμα απαντά συχνώς στην Γένεση (ο Ισαάκ προτιμάται έναντι του Ισμαήλ, κεφ. 21, ο Ιακώβ έναντι του Ησαύ, 25, 23• κεφ. 27• η Ραχήλ έναντι της Λείας, 29,15-30• ομοίως και τα παιδιά της Ραχήλ προτιμώνται από τα παιδιά της Λείας) και σε όλη την Βίβλο (Α΄ Βασ. 16,12. Γ΄ Βασ. 2,15 κ.α.).
4,7. Το Εβραικό κείμενο δύναται να αναγνωσθεί: «Αν έπραττες καλώς δεν θα γινόσουν δεκτός; Αν όμως δεν πράττεις το καλό, η αμαρτία ενεδρεύει παρά την θύρα και προς σε η επιθυμία της στρέφεται, εσύ όμως οφείλεις να γίνεις κύριος αυτής». Το κείμενο είναι εφθαρμένο και η διδομένη μετάφραση είναι κατά προσέγγιση• φαίνεται να περιγράφει τον πειρασμό που απειλεί μία ψυχή κακώς διατεθειμένη. Κατά τον ιδικό μας Βέλλα, αναγινώσκοντα όπως ανωτέρω το Εβραικό κείμενο, «ενταύθα πρόκειται περί της κλίσεως του ανθρώπου προς την αμαρτίαν, ήτις παρίσταται ως δύναμις ετοίμη να παρασύρη τον μη αντιδρώντα, τον μη ποιούντα το αγαθόν. Καθήκον όμως του ανθρώπου είναι, παλαίων προς την μυστικήν ταύτην κλίσιν, να γίνη κύριος της αμαρτίας».( Απάνθησμα ρητών της Παλαιάς Διαθήκης3, σελ. 31) 4,8. Διέλθωμεν εις το πεδίον. Παραλείπεται η έκφραση αυτή στο Εβραικό, υπάρχει όμως εδώ στους Ο΄, στην Σαμαρ. Πεντ., στο Ταργκούμ και στην Βουλγάτα. 4,15. Σημείον. Το «σημείο του Κάιν» δεν είναι στίγμα που τον καταδικάζει σε αποδοκιμασία από όλους. Αντίθετα, είναι ένα σημείο που τον προστατεύει (βλ. και Ιεζ. 9,4-6), σημαίνον αυτόν ως μέλος μιάς φυλής, στην οποία η εκδίκηση του αίματος εξασκείται κατά ένα φοβερό τρόπο. 4,16. Κατέναντι Εδέμ. «Προς ανατολάς της Εδέμ», κατά το Εβρ. Η χώρα είναι άγνωστη και το όνομά της υπενθυμίζει το επίθετο που δόθηκε στον Κάιν, «πλανώμενος» (στιχ. 12 και 14), «ναδ», εις την χώραν «Νωδ».
Η γενεά του Κάιν (4,17-24)
(Προλογικό σημείωμα της περικοπής)
Η περικοπή μας δίνει μία γενεαλογία του αρχηγού της κακής γενεάς, του Κάιν, τον οποίο συνδέει με τον Λάμεχ (στιχ. 18). Αλλά η γενεαλογία προχωρεί και πέραν του Λάμεχ και δίνει την αρχή των κατοικούντων σε σκηνές και την αρχή των μουσικών και των σιδηρουργών (στιχ. 20-22), χαρακτηριστικά αυτά της ζωής των νομάδων. Αυτό εξυπηρετεί τον συνθέτη να εισαγάγει ένα άσμα του Λάμεχ (στιχ. 23-24). Μαζί με τον αυξανόμενο πολιτισμό των ανδρών της κακής γενεάς (οικοδομή πόλεων, στιχ. 17, μουσική και σιδηρουργία, στιχ. 21.22), έχουμε και πρόοδο της αμαρτίας τους, γιατί βλέπουμε να εισάγεται απ᾽ αυτούς η πολυγαμία (στιχ. 19) και να αυξάνεται η εκδικητικότητά τους.
Ο Λάμεχ φόνευσε ένα νεαρό πολεμιστή για ένα κτύπημα που του έδωσε (στιχ. 23). Δεν απαίτησε ζωή για ζωή, αλλά μια ζωή για ένα κτύπημα (βλ. Εξ. 22,23 εξ.) και μάλιστα ο Λάμεχ ομιλεί με καυχησιολογία για την πράξη του αυτή και απαιτεί θεία επικύρωση για την συμπεριφορά του (στιχ. 24). Η διήγηση των απογόνων του Κάιν σταματά εδώ, γιατί ο Λάμεχ αποτελεί επαρκή εξήγηση για την εξαφάνισή τους.
4,17Ο Κάιν «γνώρισε» την γυναίκα του και αυτή συνέλαβε και γέννησε τον Ενώχ. Καί έκτισε μια πόλη και την ονόμασε Ενώχ, στο όνομα του παιδιού του. 18Γεννήθηκε δε στον Ενώχ ο Γαιδάδ•α ο Γαιδάδ εγέννησε τον Μαλελεήλβ και ο Μαλελεήλ εγέννησε τον Μαθουσάλα• και ο Μαθουσάλα εγέννησε τον Λάμεχ. 19Ο Λάμεχ πήρε δύο γυναίκες• την μία την έλεγαν Αδά και την δεύτερη Σελλά. 20Η Αδά γέννησε τον Ιωβήλ• αυτός έγινε πρόγονος των κτηνοτρόφων που κατοικούν σε σκηνές. 21Τον αδελφό του τον έλεγαν Ιουβάλ• αυτός είναι που ανακάλυψε το ψαλτήρι και την κιθάρα.γ 22Η δε Σελλά γέννησε και αυτή τον Θόβελ,δ τον κατασκευαστή χάλκινων και σιδερένιων εργαλείων• αδελφή δε του Θόβελ ήταν η Νοεμά.
23Καί είπε ο Λάμεχ στις γυναίκες του:
«Αδά και Σελλά,
ακούστε την φωνή μου•
γυναίκες του Λάμεχ
δώστε προσοχή στα λόγια μου•
φόνευσα έναν άνδρα,
επειδή με πλήγωσε,
και ένα νέο,
γιατί με χτύπησε.
24Αν ο Κάιν εκδικήθηκε επτά φορές,•
ο Λάμεχ θα εκδικηθεί εβδομήντα φορές το επτά».
α. «Ιράδ», λέει το Εβρ.
β. «Μεχουιαήλ», λέει το Εβρ.
γ. Το Εβρ. λέει: «Αυτός ήταν ο πατέρας όλων όσων παίζουν κιθάρα και αυλό».
δ. «Τον Θουβάλ-Κάιν», λέει το Εβρ.
(Σύντομα ερμηνευτικά σχόλια της περικοπής)
4,17-24. Οι στίχοι είναι λείψανο μιάς γιαχβικής γενεαλογίας. Τα ίδια ονόματα θα φανούν με παραλλαγές στην ιερατική γενεαλογία του Σηθ, μεταξύ του Καινάν και του Λάμεχ (5,12-28). Αυτός ο κατάλογος συνδέεται τεχνητά μόνον με τον Κάιν, τον υιό του Αδάμ, καταδικασθέντα σε πλάνητα βίο• εδώ ο Κάιν είναι ο κτίστης της πρώτης πόλεως, ο πρόγονος των κτηνοτρόφων, των μουσικών, των σιδηρουργών και ίσως των θυγατέρων των ανέσεων και των ευχαριστήσεων της αστικής ζωής (στιχ. 22). Οι πρόοδοι αυτοί αποδίδονται από τον γιαχβιστή συγγραφέα στην γενεά του απεχθούς Κάιν• η ιδία αποδοκιμασία της αστικής ζωής επανευρίσκεται στην γιαχβική διήγηση του πύργου της Βαβέλ (11,1-9). 4,22. Ην σφυροκόπος χαλκεύς χαλκού και σιδήρου. Κατά άλλη μετάφραση από το πρωτότυπο κείμενο: «Υπήρξε ο πρόγονος όλων των κατασκευαστών του χαλκού και του σιδήρου». Οι τρεις τάξεις των κτηνοτρόφων, των μουσικών και των περιοδευόντων σιδηρουργών συνδέονται με τρεις προγόνους, που τα ονόματά τους δημιουργούν παρήχηση και υπενθυμίζουν επαγγέλματα των απογόνων τους «Ιωβήλ», Εβρ. «Γιαβάλ» («γιαβάλ», «οδηγώ»)• «Ιουβάλ», Εβρ. «Γιουβάλ» («γιωβέλ», «σάλπιγγα»)• «Θόβελ», Εβρ. «Τουβάλ» (όνομα ενός λαού του βορρά, Γεν. 10,2, στην χώρα των μετάλλων)• «Κάιν», Εβρ. «Κάγιν», σημαίνει «σιδηρουργός» σε άλλες σημιτικές γλώσσες. Το «Νοεμά», Εβρ. «Να῾αμά», η «ωραία», η «αγαπημένη», μπορεί να είναι το επώνυμο ενός άλλου επαγγέλματος, για το οποίο το κείμενο σιωπά. 4,23-24. Το άγριο αυτό παλαιό ποίημα συνετέθη προς δόξα του Λάμεχ, ενός ήρωος της ερήμου. Ο γιαχβιστής του δίδει μία νέα έννοια, προσθέτων εις αυτό τον στιχ. 24 και θέτοντάς το στην παρούσα συνοχή• το εκλαμβάνει ως μία μαρτυρία της αυξηθείσης βίας των απογόνων του Κάιν, για τους οποίους δεν θα μιλήσει πλέον. Σ᾽ αυτούς τους δύο στίχους φαίνεται ότι το πνεύμα εκδικήσεως έχει αυξηθεί και δεν ικανοποιούνται πλέον οι άνθρωποι με την θεία τιμωρία (βλ. 4,15).
Ο Σηθ και οι απόγονοί του (4,25-26)
(Προλογικό σημείωμα της περικοπής)
Αρχίζει η γενεαλογία της καλής γενεάς με αρχηγό τον Σηθ, αντί του φονευθέντος Άβελ. Γιά τον υιό του Σηθ, τον Ενώς, σημειώνει η περικοπή μας ότι «άρχισε να επικαλείται το όνομα του Κυρίου του Θεού» (στιχ. 26), δηλαδή το όνομα «Γιαχβέ». Πραγματικά, λαμβάνοντες υπ᾽ όψιν και τα δεδομένα της Αρχαιολογίας, πρέπει να πούμε ότι το ιερό αυτό όνομα του Θεού ήταν γνωστό από παλαιά, συντομευμένο κάπως (ως «Γιάχ», κραυγή του πρωτογόνου ανθρώπου προς τον Θεό) και δεν δόθηκε για πρώτη φορά στο Χωρήβ εις Σινά (βλ. Εξ. 3,13 εξ. 6,3).
4,25Ο Αδάμ «γνώρισε» την Εύα την γυναίκα του και αυτή συνέλαβε και γέννησε υιό, τον οποίο ονόμασε Σηθ λέγοντας: «Ο Θεός μου έδωσε άλλο σπέρμα αντί του Άβελ, που σκότωσε ο Κάιν». 26Καί στον Σηθ, πάλι, γεννήθηκε υιός και τον ονόμασε Ενώς• αυτός είχε πίστη στο να επικαλείται το όνομα Κυρίου του Θεού.α
α. Κατά το Εβρ.: «Τότε έγινε αρχή να επικαλούνται οι άνθρωποι το όνομα του Κυρίου».
(Σύντομα ερμηνευτικά σχόλια της περικοπής)
4,25-26. Λείψανο μιάς άλλης αρχέγονης γενεαλογίας, της οποίας η αρχή συνδέεται με πολλή τέχνη προς την ιστορία του Κάιν και του Άβελ και η οποία διακόπτεται στην τρίτη γενεά, για να δώσει τόπο στην γραμμή των προκατακλυσμιαίων πατριαρχών, που δίδεται από την ιερατική παράδοση του κεφ. 5. 4,25. Εξανέστησε γαρ μοι ο Θεός σπέρμα… Το όνομα του Σηθ (εβρ. «Σεθ») εξηγείται από το «σαθ», «παραχωρώ», «δίνω». 4,26. Ούτος ήλπισεν επικαλείσθαι… Η γιαχβική παράδοση θέλει το θείο όνομα «Γιαχβέ» να φαίνεται ότι εχρησιμοποιείτο από την αρχή, ενώ η ελωχιμική και ιερατική παράδοση θα αναβάλει την αποκάλυψη του ονόματος αυτού μέχρι την εποχή του Μωϋσέως, Εξ. 3,14 και 6,2 εξ.
Γενεαλογία του Αδάμ μέχρι του Νώε (5,1-32)
(Προλογικό σημείωμα της περικοπής)
Η γενεαλογία στο κεφ. αυτό δείχνει τους απογόνους από τον Αδάμ διά του Σηθ μέχρι τον Νώε. Είναι γενεαλογία της καλής γενεάς. Στον εδώ κατάλογο έχουμε έναν άλλο διαφορετικό Λάμεχ (όχι ως εκείνον της κακής γενεάς, 4,23), από τον οποίον προσδοκάται η ανάπαυση διά του υιού του Νώε (στιχ. 28-29). Στον κατάλογο του κεφαλαίου μας βλέπουμε οι άνθρωποι να ζούν πάμπολλα έτη, από 365 έως 969. Αυτό το βλέπουμε και σε άλλους παλαιούς βαβυλωνιακούς καταλόγους. Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα της αθανασίας, που θα είχαν οι πρωτόπλαστοι στον παράδεισο, αν δεν αμάρταναν, από το ότι τα αποτελέσματα της πτώσης δεν είχαν εκδηλωθεί απόλυτα και από το ότι η ατμόσφαιρα ήταν πολύ καθαρή.
5,1Αυτό είναι το βιβλίο της γενεαλογίας των ανθρώπων. Όταν δημιούργησε ο Θεός τον Αδάμ, τον δημιούργησε κατά την εικόνα του Θεού•
2 τον έκανε άνδρα και γυναίκα, τον ευλόγησε και τον ονόμασε Αδάμ, την ημέρα που τον έκανε.
3Έζησε δε ο Αδάμ διακόσια τριάντα χρόνιαα και γέννησε υιό κατά την ομοίωσή του και κάλεσε το όνομά του Σηθ. 4Μετά την γέννηση του Σηθ ο Αδάμ έζησε επτακόσια χρόνιαβ και γέννησε υιούς και θυγατέρες. 5Συνολικά, όλα τα χρόνια της ζωής του Αδάμ ήταν εννιακόσια τριάντα. Μετά, πέθανε!
6Ο Σηθ έζησε διακόσια πέντε χρόνιαγ και γέννησε τον Ενώς. 7Μετά την γέννηση του Ενώς ο Σηθ έζησε επτακόσια επτά χρόνιαδ και γέννησε υιούς και θυγατέρες. 8Συνολικά, όλα τα χρόνια της ζωής του Σηθ ήταν εννιακόσια δώδεκα χρόνια. Μετά, πέθανε!
9Ο Ενώς έζησε εκατόν ενενήντα χρόνιαε και γέννησε τον Καινάν. 10Μετά την γέννηση του Κάινάν ο Ενώς έζησε επτακόσια δεκαπέντε χρόνιαζ και γέννησε υιούς και θυγατέρες. 11Συνολικά, όλα τα χρόνια της ζωής του Ενώς ήταν εννιακόσια πέντε. Μετά, πέθανε!
12Ο Καινάν έζησε εκατόν εβδομήντα χρόνιαη και γέννησε τον Μαλελεήλ. 13Μετά την γέννηση του Μαλελεήλ ο Καινάν έζησε επτακόσια σαράντα χρόνιαθ και γέννησε υιούς και θυγατέρες. 14Συνολικά, όλα τα χρόνια της ζωής του Καινάν ήταν εννιακόσια δέκα. Μετά, πέθανε!
15Ο Μαλελεήλ έζησε εκατόν εξήντα πέντε χρόνιαι και γέννησε τον Ιάρεδ. 16Μετά την γέννηση του Ιάρεδ ο Μαλελεήλ έζησε επτακόσια τριάντα χρόνιακ και γέννησε υιούς και θυγατέρες. 17Συνολικά, όλα τα χρόνια της ζωής του Μαλελεήλ ήταν οκτακόσια ενενήντα πέντε χρόνια. Μετά, πέθανε!
18Ο Ιάρεδ έζησε εκατόν εξήντα δύο χρόνια και γέννησε τον Ενώχ. 19Μετά την γέννηση του Ενώχ ο Ιάρεδ έζησε οκτακόσια χρόνια και γέννησε υιούς και θυγατέρες. 20Συνολικά, όλα τα χρόνια της ζωής του Ιάρεδ ήταν εννιακόσια εξήντα. Μετά, πέθανε!
21Ο Ενώχ έζησε εκατόν εξήντα πέντε χρόνιαλ και γέννησε τον Μαθουσάλα. 22Ευαρέστησε δε ο Ενώχ τον Θεό,μ αφού γέννησε τον Μαθουσάλα, ζώντας ακόμα διακόσια χρόνια,ν στα οποία γέννησε υιούς και θυγατέρες. 23Συνολικά, όλα τα χρόνια της ζωής του Ενώχ ήταν τριακόσια εξήντα πέντε. 24Ο Ενώχ ευαρέστησε τον Θεό και εξαφανίστηκε, γιατί τον μετέθεσε ο Θεός από την γη.
25Ο Μαθουσάλα έζησε εκατόν εξήντα επτά χρόνιαξ και γέννησε τον Λάμεχ.
26Μετά την γέννηση του Λάμεχ ο Μαθουσάλα έζησε οκτακόσια δύο χρόνιαο και γέννησε υιούς και θυγατέρες. 27Συνολικά, όλα τα χρόνια της ζωής του Μαθουσάλα ήταν εννιακόσια εξήντα εννέα. Μετά, πέθανε!
28Ο Λάμεχ έζησε εκατόν ογδόντα οκτώ χρόνιαπ και γέννησε υιό• 29τον υιό αυτόν τον ονόμασε Νώε (= ανάπαυση) λέγοντας: «Αυτός θα μας αναπαύσει από τα έργα μας και από τους κόπους των χειρών μας και από την γη, που καταράστηκε Κύριος ο Θεός». 30Μετά την γέννηση του Νώε ο Λάμεχ έζησε πεντακόσια εξήντα πέντε χρόνιαρ και γέννησε υιούς και θυγατέρες. 31Συνολικά, όλα τα χρόνια της ζωής του Λάμεχ ήταν επτακόσια πενήντα τρία.σ Μετά, πέθανε!
32Ο Νώε ήταν πεντακοσίων χρόνων. Γέννησε τρεις υιούς: Τον Σημ, τον Χαμ και τον Ιάφεθ.
α. «Εκατόν τριάντα χρόνια», λέει το Εβρ.
β. «Οκτακόσια χρόνια», λέει το Εβρ.
γ. «Εκατόν πέντε χρόνια», λέει το Εβρ.
δ. «Οκτακόσια επτά χρόνια», λέει το Εβρ.
ε. «Ενενήντα χρόνια», λέει το Εβρ.
ζ. «Οκτακόσια δεκαπέντε χρόνια», λέει το Εβρ.
η. «Εβδομήντα χρόνια», λέει το Εβρ.
θ. «Οκτακόσια σαράντα χρόνια», λέει το Εβρ.
ι. «Εξήντα πέντε χρόνια», λέει το Εβρ.
κ. «Οκτακόσια τριάντα χρόνια», λέει το Εβρ.
λ. «Εξήντα πέντε χρόνια», λέει το Εβρ.
μ. Το Εβρ. λέει: «Καί περιεπάτησε ο Ενώχ με τον Θεό». Ομοίως και στον στιχ. 24.
ν. «Τριακόσια χρόνια», λέει το Εβρ.
ξ. «Εκατόν ογδόντα επτά χρόνια», λέει το Εβρ.
ο. «Επτακόσια ογδόντα δύο χρόνια», λέει το Εβρ.
π. «Εκατόν ογδόντα δύο χρόνια», λέει το Εβρ.
ρ. «Πεντακόσια ενενήντα πέντε χρόνια», λέει το Εβρ.
σ. «Επτακόσια εβδομήντα επτά χρόνια», λέει το Εβρ.
(Σύντομα ερμηνευτικά σχόλια της περικοπής)
5,1-32: Η γενεαλογία αυτή προέρχεται από την ιερατική παράδοση και συνδέεται με τον στιχ. 2,4α. Θέλει να συμπληρώσει το ενδιάμεσον μεταξύ της δημιουργίας και του κατακλυσμού, όπως η γενεαλογία του Σηθ (11, 10- 32) θα καλύψει το διάστημα μεταξύ του κατακλυσμού και του Αβραάμ. Δεν πρέπει να αναζητήσουμε στις γενεαλογίες αυτές ούτε ιστορία ούτε χρονολογία. Τα ονόματα είναι ζυμωμένα κατάλοιπα παλαιών παραδόσεων• πολλά ονόματα ξαναβρίσκονται πάλι στον γιαχβικό κατάλογο των απογόνων του Κάιν εις 4,17 εξ. Οι αριθμοί παρουσιάζονται διαφόρως στην Σαμαρειτική Πεντάτευχο. Στούς πρώτους Πατριάρχες αποδίδεται μία υπερβολική μακροβιότης, διότι υπελόγισαν ότι η διάρκεια της ανθρωπίνης ζωής θα ηλαττούτο ως εξής στις ηλικίες του κόσμου: δεν θα ήταν μεγαλύτερη από 200 έως 600 έτη μεταξύ του Νώε και του Αβραάμ ούτε μεγαλύτερη από 100 έως 200 έτη για τους Εβραίους Πατριάρχες. Αυτή η ελάττωση, χωρίς αμφιβολία, σχετίζεται με την αυξηθείσα αμαρτία (βλ. 6,3 στην γιαχβική παράδοση), γιατί η μακροζωία είναι μία ευλογία του Θεού (Παρ. 10,27) και θα είναι ένα από τα προνόμια της μεσσιακής εποχής (Ησ. 65,20).
5,3. Κατά την εικόνα αυτού. Το «κατ᾽ εικόνα» (1,26. 5,1) είναι ένα χαρακτηριστικό της φύσεως του ανθρώπου, που ο πρώτος άνθρωπος μεταβίβασε στους απογόνους. 5,24. Ο Ενώχ διακρίνεται των άλλων Πατριαρχών από πολλά χαρακτηριστικά: Η ζωή του είναι περισσότερη σύντομη, φθάνει όμως σε ένα τέλειο αριθμό, τον αριθμό των ημερών ενός ηλιακού έτους. «Περιεπάτησε με τον Θεόν» όπως ο Νώε (6,9)• εξηφανίσθη μυστηριωδώς, διότι ανηρπάγη από τον Θεόν όπως θα αρπαγεί και ο Ηλίας (Δ΄ Βασ. 2,11 εξ.). Έγινε μία μεγάλη μορφή της ιουδαικής παραδόσεως, η οποία τον προβάλλει ως παράδειγμα ευσεβείας (βλ. Σοφ. Σειρ. 44,16. 49,14) και εις αυτόν αποδίδονται τα αποκαλυπτικά βιβλία (βλ. Ιούδα, στιχ. 14-15). 5,29. Ο στίχος είναι λείψανον μιάς γιαχβικής παραδόσεως, η οποία παρενεβλήθη στο ιερατικό πλαίσιο. Το όνομα του Νώε (Εβρ. «Νώαχ»), εξηγείται κακώς από ρίζα «ναχάμ», «παρηγορώ». Η παράγραφος μπορεί να αναφέρεται αρχικά σε ένα άλλο όνομα, όπως Menahem.
«Υιοί του Θεού» και «θυγατέρες των ανθρώπων» (6,1-4)
(Προλογικό σημείωμα της περικοπής)
Επειδή η διήγησή μας πρόκειται να ομιλήσει για τον κατακλυσμό, αρχίζει να κάνει λόγο για την διαφθορά του ανθρωπίνου γένους. Δύο είναι οι γενεές των ανθρώπων, η καλή και η κακή, και ο Θεός ήθελε να είναι χωριστές οι γενεές αυτές (βλ. 3,15, «έχθραν θήσω… αναμέσον του σπέρματός σου και ανά μέσον του σπέρματος αυτής»). Εδώ όμως διαβάζουμε για την μίξη των δύο γενεών, της καλής και της κακής: Οι «υιοί του Θεού» είδαν τις «θυγατέρες των ανθρώπων» και τις έλαβαν για γυναίκες τους (στιχ. 2). Ποιοί είναι οι «υιοί του Θεού» και ποιές είναι οι «θυγατέρες των ανθρώπων»;
Γενικά γίνεται παραδεκτό ότι «υιοί του Θεού» είναι οι Σηθίτες, οι απόγονοι της καλής γενεάς, και «θυγατέρες των ανθρώπων» είναι οι γυναίκες των Καινιτών, των ανδρών της κακής γενεάς. Αλλά η ερμηνεία αυτή δημουργεί ένα σοβαρό ερώτημα: Πως οι Καινίτες, άνδρες ισχυροί πολεμιστές, ανέχθηκαν την αρπαγή των γυναικών τους από τους απαλούς Σηθίτες; Γι᾽ αυτό δίδουν την ερμηνεία ότι πρόκειται περί λανθασμένης μεταφράσεως των Ο´.Η φράση του πρωτοτύπου Εβραικού «μπενέ-χα-ελωχίμ», την οποία οι Ο´ μετέφρασαν «υιοί του Θεού», αποδίδεται κατά λέξη «υιοί δυνατοί». Η κύρια μετάφραση του «ελωχίμ» είναι «δυνατός». «Μπενέ χα ελωχίμ» λοιπόν σημαίνει «υιοί δυνατοί». Αυτοί οι «δυνατοί υιοί» πρέπει να αναζητηθούν στους δυνατούς πράγματι Καινίτες. Αλλά γενικά ο ιερός συγγραφεύς της περικοπής μας, είτε με την μία είτε με την άλλη ερμηνεία, θέλει να παρουσιάσει ως αυξανομένη την αμαρτία και ως δικαία λοιπόν την ερχομένη τιμωρία του κατακλυσμού.
6,1Όταν οι άνθρωποι άρχισαν να πληθύνονται στην γη και απέκτησαν θυγατέρες, 2είδαν οι «υιοί του Θεού» τις «θυγατέρες των ανθρώπων» ότι είναι ωραίες και πήραν για γυναίκες τους όσες τους άρεσαν. 3Τότε είπε ο Κύριος ο Θεός: «Δεν θα μείνει το πνεύμα μου σ’ αυτούς τους ανθρώπους για πάντα, γιατί έγιναν σάρκες• η ζωή τους θα είναι εκατόν είκοσι χρόνια». 4Εκείνα τα χρόνια, αλλά και αργότερα, ήταν οι γίγαντες στην γη• συνέβαινε δε, όταν οι «υιοί του Θεού» ενώνονταν με τις «θυγατέρες των ανθρώπων», να γεννούν σ᾽ αυτούς. Αυτοί ήταν οι γίγαντεςα οι παλαιοί, οι ονομαστοί άνδρες.
α. «Οι δυνατοί», λέει το Εβρ.
(Σύντομα ερμηνευτικά σχόλια της περικοπής)
6,1-4: Εδώ έχομε ένα επεισόδιο από την γιαχβική παράδοδη δύσκολο στην ερμηνεία του. Ο ιερός συγγραφεύς αναφέρεται σε ένα λαικό συναξάριο για τους Γίγαντες, εβρ. «νεφιλίμ», οι οποίοι θα ήταν οι Τιτάνες της Ανατολής, για τους οποίους πίστευαν ότι προήλθαν από την ένωση μεταξύ των θνητών και των ουρανίων υπάρξεων. Χωρίς να λέγει ο συγγραφεύς για την αξία αυτής της ιδέας και καλύπτοντας την μυθολογική της άποψη, υπενθυμίζει μόνο την ανάμνηση περί μιάς ασεβούς φυλής υπερανθρώπων, ως ένα παράδειγμα της αυξηθείσης διαφθοράς, η οποία θα προκαλέσει τον κατακλυσμό. Ο μεταγενέστερος Ιουδαισμός και σχεδόν όλοι οι πρώτοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς είδον εις αυτούς τους «υιούς του Θεού» τους πεπτωκότας αγγέλους. Αλλ᾿ από τον 4ον αιώνα, με την παρατήρηση ότι η φύση των αγγέλων είναι πνευματική, οι Πατέρες ερμήνευσαν από κοινού τους «υιούς του Θεού» ως την γενεά του Σηθ και τις «θυγατέρες των ανθρώπων» ως τους απογόνους του Κάιν. Παραλλήλως οι ραββίνοι ερμηνευτές είδαν στους «υιούς του Θεού» τους ισχυρούς άνδρες και στις «θυγατέρας των ανθρώπων» τις απλές γυναίκες. 6,3. Εκατόν είκοσι έτη. Η μεγαλύτερη διάρκεια στην οποία ηλάττωσε ο Θεός τότε, κατ᾿ αυτή την γιαχβική πηγή, την ανθρώπινη ηλικία• κατά την ιερατική παράδοση βλ. σχόλιο εις 5,1.