Στην εκδήλωση που ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης Κυρού Σεβαστιανού μίλησε ο Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικόλαος.
Σε αυτή, αναφέρθηκε στο πλούσιο έργο του Ποιμενάρχου που σφράγισε με την παρουσία του μια δύσκολη εποχή για τον ελληνισμό της Βόρειας Ηπείρου.
Διαβάστε αναλυτικά το λόγο του: «20 ολόκληρα χρόνια από την κοίμησή του. Περισσότερα από 90 από τη γέννησή του. Άπειρα και αιώνια τα χρόνια της ζωής του. Μας λείπει η φωνή και η εικόνα του, το πρότυπο και η ζωντάνια του, ο λόγος και η μαρτυρία του. Μας παρηγορεί η μνήμη του και ο απόηχος της δράσεως και του έργου του• οι συνεχείς εκπλήξεις της αυθεντικής παρουσίας του, η ανάμνηση των γεγονότων που καταδεικνύουν τη σοφία και τη δύναμή του, η αποτίμηση της τεράστιας πνευματικής προσφοράς του. Ένας άνθρωπος που δεν ξεχνιέται και δεν μπορεί να τον ξεθωριάσει ο χρόνος ή να τον σκεπάσουν οι νέες εμπειρίες. Όσο λειώνει το σώμα του τόσο δυναμώνει η θύμησή του.
Γεννήθηκε σε ένα πεδινό χωριό της Καρδίτσας από γονείς δασκάλους. Γεύθηκε το σχολείο εκείνης της εποχής. Μεγάλωσε με σεβασμό, αρχές, ιδανικά, παιδεία, εθνική συνείδηση, φιλοπατρία, πίστη, όχι ξερές και ανούσιες ανθρωπιστικές αξίες που επιπεδοποιούν την ιστορία, καταβροχθίζουν λαούς, ισοπεδώνουν πολιτισμούς και νεκρώνουν την ιερότητα του ανθρώπου. Άλλο σχολείο τότε, άλλο σήμερα! Με χάρισμα τη φυσική ζωντάνια και την αυθεντικότητα, την αθωότητα και ωριμότητα, αυθόρμητος και αρχοντικός, ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και βρέθηκε στην Αθήνα.
Γεμάτος όρεξη για σπουδή και προσφορά, γνωρίζει ιεραποστολικούς κύκλους και ανθρώπους, εμπνέεται, οργανώνει τον εσωτερικό του κόσμο, αντικρύζει τον εαυτό του, ανακαλύπτει την κλήση του, αφιερώνεται στον Θεό, διακονεί ως νεωκόρος στην Καπνικαρέα, εντάσσεται στην αδελφότητα θεολόγων «Η ΖΩΗ», υποτάσσεται, σαν άλλος σπόρος… σαπίζει, ετοιμάζει την καρποφορία του. Δυό χρόνια μεγαλύτερος από τον άγιο Γέροντα Παΐσιο, προερχόμενον από τον τόπο που ως επίσκοπος έμελλε μετά από χρόνια ο ίδιος να διακονήσει και να αναδείξει, την Κόνιτσα, τον πρωτοσυναντάει στο Μεσολλόγι ως συστρατιώτης του στις διαβιβάσεις. Η συνυπηρέτησή τους στον στρατό της πατρίδος, προμηνύει την μυστική συνυπηρέτησή τους στο ευζωνικό τάγμα της Εκκλησίας.
Σε λίγα χρόνια, αφού περιήλθε ως ιεροκήρυκας και πραγματικός ιεραπόστολος και πνευματικός δάσκαλος διάφορες πόλεις, τον συναντούμε στα Γιάννενα να κρατάει στα χέρια του ολόκληρο τον διψαμένο για λόγο και παράδειγμα εκεί λαό. Ο λόγος του απλός, πρακτικός, κατανοητός, εξαιρετικά ζεστός, καρδιακός και διεισδυτικός. Η χροιά της φωνής του, η χαρακτηριστική προφορά του, η μοναδική εκφραστικότητα του προσώπου του, το διαπεραστικό και πεντακάθαρο βλέμμα του συνόδευαν τον λόγο του, υπογραμμίζοντας την αληθινότητα του κομιζόμενου μηνύματός του. Έπειθε ο άνθρωπος όχι μόνον ότι ο,τι έλεγε το πίστευε, αλλά κυρίως ότι αυτό που έλεγε ήταν αληθινό. Γι’ αυτό και από νωρίς αγαπήθηκε. Χωρίς να προσπαθεί να στρογγυλεύει τον λόγο του και να επιτηδεύεται στη συμπεριφορά του, χωρίς να ικανοποιεί εγωισμούς και μικρόνοιες, ζώντας με ανιδιοτέλεια και ειλικρίνεια, έστω και αν από κάποιους κάποτε αμφισβητήθηκε, αναγνωρίσθηκε. Έλεγε ο π. Παΐσιος «του Σεβαστιανού δεν πρέπει ούτε μπορείς να του χαλάσεις χατίρι. Είναι τόσο καθαρός, όπως όταν τον γέννησε η μάνα του».
Όλα αυτά τον έκαναν να αγαπηθεί από τη νεότητα και να περάσει από το απαιτητικό της φίλτρο με ιδιαίτερη επιτυχία. Είναι γνωστό ότι έκανε ανώτερο κατηχητικό σε 300 μαθητές λυκείου που τους εύρισκε στα σχολεία, σε γειτονιές, από φίλους και γνωστούς του. Αυτή η επικοινωνία με τα παιδιά ουσιαστικά διαμόρφωσε την προσωπικότητά του και τον βοήθησε να διατηρήσει τον νεανικό παλμό της καρδιάς του μέχρι το τέλος της ζωής του. Είχε ενθουσιασμό, ορμή και πάθος για τη ζωή και την αλήθεια, επινοητικότητα, αποφασιστικότητα, μεγαλύτερη από τα νέα παιδιά που τον ακολουθούσαν.
Σεβόταν την εκκλησιαστική ιεραρχία και νοοτροπία όσο ίσως λίγοι, είχε όμως τέτοια σαφήνεια, δύναμη και ελευθερία στην έκφρασή του, ώστε μπόρεσε να διατηρεί τη διαφορετικότητα της πνευματικής φυσιογνωμίας του εντελώς ανεπηρέαστος. Δεν κατάφερε κανένας ιδεολογικός οδοστρωτήρας να τον πατήσει και να του παραμορφώσει τη μοναδικότητα του προσώπου του.
Εκεί στα Γιάννενα δέχθηκε τον μεγαλύτερο αιφνιδιασμό της ζωής του. Γιά πρώτη φορά υποχρεώθηκε να κάνει αυτό που δεν ήθελε, αυτό που ποτέ δεν αποτέλεσε επιδίωξη και όραμά του. Εξελέγη Μητροπολίτης Δρυινουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης στα 45 χρόνια του. Έπρεπε να αφήσει τα Γιάννενα και να εξορισθεί στη φθίνουσα πληθυσμιακά αλλά μαρτυρική γη της Κονίτσης. Από την πόλη με το καινούργιο πανεπιστήμιο, στα χωριά με τα δημοτικά που το ένα έμελλε να κλείνει μετά το άλλο. Από τα παιδιά που του έδιναν ζωή στον γηρασμένο πληθυσμό που την αποχαιρετούσε. Από έναν λαό που κυνηγούσε το μέλλον σε ένα ποίμνιο που αγωνιζόταν να μην ξεχάσει το παρελθόν. Από έναν κόσμο που διψούσε τον Χριστό και τον θησαυρό της Εκκλησίας, όπως αυτός του τον προσέφερε σε ένα ταλαιπωρημένο και ξεχασμένο κόσμο που δεν ήξερε να ελπίζει και δεν μπορούσε να θέλει.
Η αλήθεια είναι ότι αντέδρασε σε αυτή την απόφαση όσο έλάχιστοι. Ίσως από ταπείνωση και άρνηση του αξιώματος, ίσως από ανάγκη να συνεχίσει την ήδη μεσουρανούσα αποστολή του, ίσως από αγάπη στους ανθρώπους στους οποίους προσφέρθηκε ολόκληρος, ίσως από την υποψία ότι πιθανόν αυτή η εκλογή να έκρυβε την πονηρή σκοπιμότητα μιάς μεθοδευμένης εξορίας και διαγραφής του από το προσκήνιο της ζώσης διακονίας. Πάντως αντέδρασε, ευγενώς αλλά σταθερά αρνήθηκε, παρακάλεσε για ανάκληση της αποφάσεως, δεν βιάστηκε να συμβιβαστεί και να υποχωρήσει. Τού ζητήθηκε υπακοή στην Εκκλησία και υποχώρησε. Ευτυχώς που έκανε το λάθος! Συνήθως το θέλημα του Θεού είναι το αντίθετο από το δικό μας.
Σύντομα τον συναντούμε στα χωριά της Κονίτσης. Παντού και αδιάκοπα να περιτρέχει μονοπάτια, απόμακρους οικισμούς, μικρά σχολεία, άδειες πλατείες, σκονισμένες εκκλησιές, να συναντά ανθρώπους, να γεμίζει με την πληθωρική παρουσία και τον πλούσιο λόγο του, να δίνει ξανά αγάπη, κίνηση, ζωή, χαρά και ελπίδα• να βρίσκει νέους, να τους εμπνέει, να φτιάχνει το σπίτι τους, οικοτροφεία, να οργανώνει εκδηλώσεις, να χειροτονεί εξαιρετικού ήθους ιερείς, να ξαναχτυπούν οι καμπάνες. Αυτοί που σπάνια έβλεπαν άνθρωπο και περιοχές που δεν είχαν παππά αντίκρυσαν για πρώτη φορά δεσπότη. Όχι δεσπότη περιφρουρημένο στο ψεύτικο και κούφιο μεγαλείο του, όχι βουλιαγμένο στην υποτιθέμενη δόξα του νοσηρού εγωισμού του, όχι επισκέπτη που αγωνιζόταν να επιβεβαιώσει το κύρος του, αλλά πιστό κάτοικο της περιοχής τους, πατέρα και κοντινό αδελφό, οδηγό και συμπαραστάτη στην καθημερινότητά τους. Έκρυβε περισσότερα αποθέματα ζωής μέσα του από όσα όλα τα μέλη του ποιμνίου του μαζί. Έδωσε αναπνοές ζωής από την πρώτη στιγμή. Έδωσε τα πάντα. Δεν κράτησε για τον εαυτό του τίποτα.
Όμως δεν πρόσεξε. Υπερέβαλε τις δυνάμεις του. Δεν άντεξε το σώμα του, ο φυσικός εαυτός του. Τον λύγισε το φιλότιμο και η ευθύνη του. Γονάτισε. Έλειωσε. Γιά κάποια χρόνια αχρηστεύθηκε.
Τελικά η ψυχή του έδωσε ζωή στο σώμα και ξαναγεννήθηκε εκ της τέφρας της δοκιμασίας του. Επανέκαμψε. Ένας άλλος Σεβαστιανός, πιο δυνατός από τον προηγούμενο, πιο ορμητικός από τον παλιό, πολύ πιο νέος απ’ ο,τι στην άλλοτε νεανική ηλικία του. Στο μεταξύ κατασκευάστηκε και εγκαινιάστηκε από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο τον Α΄ ο Προσκυνηματικός ναός του Αγίου Κοσμά στην Κόνιτσα. Δεν είναι τόσο ότι όλα έγιναν πολύ όμορφα και γρήγορα, ούτε ότι αποδείχθηκε η δραστηριότητά του και η ανταπόκριση των αρχών και του κόσμου. Είναι ότι δημιουργήθηκε ένας εμβληματικός ναός για να στεγάζει το αναγεννητικό κήρυγμα του σύγχρονου Πατροκοσμά και να δώσει ελπίδα στον αναστεναγμό του φυλακισμένου ποιμνίου, που δεν μπορούσε να βλέπει, γιατί του σφράγισαν τα μάτια• μόνο λίγο μπορούσε να ακούει, γιατί η φωνή του Σεβαστιανού ήταν πολύ δυνατή και έφτανε μακριά• και περισσότερο μπορούσε να φαντάζεται και να ονειρεύεται, γιατί η ψυχή και η πίστη του ήταν ακόμη ζωντανές.
Ο αγώνας του για τα δικαιώματα και την ελευθερία της Βορείου Ηπείρου μετέφεραν την Κόνιτσα από την αφάνεια στην επικαιρότητα και από την περιφέρεια στο κέντρο του ενδιαφέροντος, συσπειρώνοντας όλον τον πνευματικό κόσμο της πατρίδας μας γύρω από ένα θέμα ευρείας εθνικής σημασίας, αναντίλεκτης ανθρωπιστικής σπουδαιότητος και εμφανών πνευματικών προεκτάσεων.
Από την πρώτη στιγμή που εξελέγη Μητροπολίτης, Υπέρτιμος και Έξαρχος Βορείου Ηπείρου, καθώς η άνοδός του στον Επισκοπικό θρόνο της Δρυινουπόλεως συνέπεσε με την συνταγματική απαγόρευση της θρησκείας και της θείας λατρείας στην Αλβανία, καθιστώντας την την μοναδική χώρα στον κόσμο που νομικά θέσπισε κάθε αναφορά στον Θεό ποινικό αδίκημα, υποσχέθηκε άνευ όρων αγώνα υπέρ των δικαιωμάτων των σκλαβωμένων Βορειοηπειρωτών αδελφών μας. Αφού οργάνωσε τη Μητρόπολή του, αφού ισχυροποίησε την εκκλησιαστική βάση του, αφού οικοδόμησε το σώμα των πιστών συνεργατών του, ανέδειξε το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα στην πολιτική σκηνή και το έκανε σημαία και λάβαρο του πνευματικού αγώνα του. Η Κόνιτσα της αφάνειας έγινε γνωστή σε όλον τον κόσμο.
Έδεσε με επιτυχία την φιλοπατρία με την πίστη και έδωσε στο εθνικό θέμα χριστιανική διάσταση. Τον πολέμησαν με όπλα τη συκοφαντία, την παραπλάνηση, τις απειλές και τους εκφοβισμούς και δεν πτοήθηκε. Προσπάθησαν να τον ξεγελάσουν, να τον κολακεύσουν, να του υποσχεθούν. Τον κατηγόρησαν ως αναρμόδιο. Δεν τα κατάφεραν. Τον αποκάλεσαν εθνικιστή, φασίστα και πατριδοκάπηλο σε μέρες που η αντεθνική προπαγάνδα απέκτησε θεσμική πολιτική κατοχύρωση. Ο άνθρωπος της γενικευμένης αναγνώρισης στην κοινωνία των Ιωαννίνων απέκτησε εχθρούς μέσα στην Κόνιτσα και ανάμεσα στα κατευθυνόμενα από σκοπιμότητες και συμβιβασμούς όργανα των βορειοηπειρωτών της ελεύθερης πατρίδας, οι οποίοι προτιμούσαν να ξεχάσουν τους σκλαβωμένους συγγενείς τους παρά να ακούσουν τον αναστεναγμό τους από το στόμα του Σεβαστιανού. Όμως «τόξον δυνατών ησθένησεν και οι ασθενούντες περιεζώσαντο δύναμιν».
Ο ήρεμος, πράος και αγνός ηρωισμός και η τόλμη του ενέπνευσαν νέα παιδιά και τα συσπείρωσαν κοντά του. Η νεολαία του χωρίς καμμία αμφιβολία η ανόητη υπερβολή ήταν όχι πολυάριθμη αλλά η δυνατότερη νεολαία της εποχής εκείνης. Γιατί δεν στηριζόταν στην οργή του αδικημένου ούτε στην αγανάκτηση και τον εγωισμό του φανατισμένου που φιλοδοξει να γίνει ήρωας. Το θεμέλιό της ήταν καθαρά πνευματικό. Είχε πίστη στον Χριστό, ανιδιοτέλεια, πάθος για την αλήθεια και το δίκαιο, αγάπη και ενδιαφέρον για τον ξεχασμένο και σκλαβωμένο. Η ΣΦΕΒΑ δεν κατέβηκε στον δρόμο για να ικανοποιήσει κάποιες σκοπιμότητες η να προβάλει το φιλόδοξο όραμα ενός φαντασμένου Ιεράρχη, ούτε αργότερα ο ΠΑΣΥΒΑ οργάνωσε συνέδρια για να βρούν αντικείμενο ενασχόλησης κάποιοι παροπλισμένοι εκπαιδευτικοί, στρατηγοί και διπλωμάτες. Όλα γίνονταν για έναν ιερό σκοπό• για να ακουσθεί η φιμωμένη φωνή των βορειοηπειρωτών αδελφών μας και να ομολογηθεί στον ναρκωμένο κόσμο μας η πίστη στον Χριστό. Ο Σεβαστιανός αυτοανακηρύχθηκε πρέσβυς των αδικημένων, εκπρόσωπος των σκλαβωμένων, κραυγή των προδωμένων, παρηγορία των πονεμένων, ανύστακτος προστάτης των διωκομένων και μόνιμος πονοκέφαλος των ένοχα συμβιβασμένων πολιτικών και δήθεν ισχυρών αυτού του κόσμου.
Πάντα πράος και δυναμικός μαζί. Ταπεινός και σεμνός παρά τη δημόσια προβολή του, ακούραστος παρά την ασθενική φύση του, ιεραποστολικός και μοναχός ταυτόχρονα. Η μυστική κραυγή της καρδιάς του πιο εύλογη από το χαρισματικό στόμα του. Ένας πονεμένος άρχοντας με εκείνο το έξυπνο χαμόγελο, άνθρωπος προσευχής και αλάνθαστης σκέψης. Λεβέντης πραγματικός!
Με τα υλικά είχε ιδιάζουσα σχέση. Ανοιχτοχέρης, φιλόξενος, δοτικός στους άλλους, ολοκληρωτικά αυτοπροσφερόμενος. Καθόλου νοσηρά προστατευόμενος και ασφαλιζόμενος. Ο ίδιος ολιγαρκής, και όχι μόνον. Φτωχός κατ’ επιλογήν. Τα ρούχα του πάντα στο όριο της φθοράς. Από αρχιερατικά τα αναγκαία. Είχα την ευλογία, την ημέρα του θανάτου του να διανυκτερεύσω στο κελλί του. Κελλί ασκητή, ούτε καν συνήθους μοναχού. Μιά κουρελού στο πάτωμα. Ένα κρεβάτι σιδερένιο νοσοκομειακό, παλαιού τύπου με σούστες, στρώμα βαμβακερό, πατημένο, σκεπασμένο με μια υφαντή παλιά κουβέρτα. Μιά ξυλόσομπα κυλινδρική μαντεμένια. Λίγα ράφια με τα απαραίτητα βιβλία, Καινή Διαθήκη, Προσευχητάρι, Ωρολόγιο κ.λπ. Κανά δυό εικόνες απλές. Ένας μικρός σταυρός. Απέναντι στον τοίχο κρεμασμένα δύο ζωστικά παλιά, το ένα εμφανώς ξεθωριασμένο, και ένα παντελόνι, το οποίο όταν αργότερα το κληρονόμησα διαπίστωσα ότι ήταν λειωμένο και μπαλωμένο. Είχε ήδη αρχίσει να σχίζεται. Ένα δωμάτιο γεμάτο αλήθεια, χωρίς κανένα βάρος ματαιότητος. Αυτός που του εμπιστεύονταν ο κόσμος τα χρήματα και τις οικονομίες του, αυτός που διαχειριζόταν εκατομμύρια δραχμές, αυτός που τάιζε και έντυνε χιλιάδες πεινασμένους, δεν είχε ούτε σκέψη να κρατήσει κάτι για τις υποτιθέμενες ανάγκες του.
Στις μέρες του, η Κόνιτσα είδε κόσμο που ποτέ δεν είχε φαντασθεί. Τα ξενοδοχεία της γέμιζαν από τους ανθρώπους του Σεβαστιανού, τα μαγαζιά λειτουργούσαν χάρις σ’ αυτόν. Στην αξέχαστη κηδεία του περισσότεροι από 12.500 άνθρωποι από τα πέρατα της Ελληνικής γης και όχι μόνον, έτρεξαν να ομολογήσουν την αναγνώρισή τους στον ήρωα και πατέρα τους, στο πρότυπο και παράδειγμά τους.
Πέρασαν είκοσι χρόνια από την αναχώρησή του, και η ζωή του δεν μπορεί να διαγραφεί από την οθόνη των αναμνήσεών μας. Γεγονότα, περιστατικά, συζητήσεις, λόγια, εντυπώσεις έρχονται και επανέρχονται ενισχυμένα μέσα μας. Ρίχνοντας μια ματιά στη σύγχρονη πραγματικότητα, ζώντας μια ύπουλη πνευματική υποδούλωση κάτω από εξαιρετικά απειλητικές συνθήκες για την υπόσταση του έθνους μας, ψάχνοντας απεγνωσμένα κι εμείς για την παρηγοριά μιάς ανάλογης προφητικής παρουσίας στις μέρες μας, διαπιστώνουμε ότι οι μεγάλοι είναι σπάνιοι και αδιάδοχοι, και ότι τέτοιοι δεν γεννιώνται από μόνοι τους, αλλά ο Θεός τους δίνει όποτε και σε όποιους Εκείνος κρίνει. Ωστόσο, εμείς πριν καταρρεύσουμε από απογοήτευση για τη σημερινή μας παρακμή, κρατιόμαστε πάνω στον αντίλαλο της δυνατής φωνής του στο Μαυρόπουλο και στην κοιλάδα του Δρίνου ποταμού κάθε Πάσχα: «Κουράγιο, αδελφοί μας Βορειοηπειρώτες, μην αποκάμνετε! Δεν είσθε μόνοι. Κοντά σας είναι ο Νικητής του Θανάτου, ο Αναστάς Κύριος. Αυτός πιστεύομεν ακραδάντως, σύντομα θα δώσει και την ιδικήν σας ανάστασιν, την ανάστασιν της Βορείου Ηπείρου. Καί όλοι μαζί εν αγαλλιάσει θα ψάλλουμε τον νικητήριο παιάνα: Χριστός Ανέστη και η Βόρειος Ήπειρος Ανέστη!».
Κι εμείς, όσοι κρατάμε την πίστη, την ομολογία και την προσευχή μας, δεν αποκάμνουμε, γιατί πιστεύουμε ότι ο Σεβαστιανός ζεί. Μόνο που εμείς ζώντας στα ελληνοχώρια της γήινης σκλαβιάς μας, με σβησμένα τα φώτα των πνευματικών πόθων μας, σαν άλλοι φοβισμένοι βορειοηπειρώτες, ακούμε από το Μαυρόπουλο της βασιλείας του Θεού, καθώς αυτός γιορτάζει το αιώνιο Πάσχα στις κορυφές της, στεντόρια τη φωνή του να αντηχεί στα αυτιά μας παρηλλαγμένη: «Κουράγιο περιλειπόμενοι, αδελφοί μου, όσοι κρατιέστε στην πίστη στο Χριστό και στην αγάπη στην Ελλάδα, μην αποκάμετε με όσα βλέπετε. Δεν είσθε μόνοι. Κοντά σας είναι ο Νικητής του Θανάτου, ο Αναστάς Κύριος. Σύντομα θα περάσει ο πνευματικός διωγμός και όλοι μαζί εν αγαλλιάσει θα ψάλλουμε τον νικητήριο παιάνα: Χριστός Ανέστη και η Ελλάδα μας κι ο κόσμος μας Ανέστη!».